Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα stories. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα stories. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24.8.18

Μια σούπερ ατυχία


Μια φορά και έναν καιρό, όχι πολύ παλιά και όχι πολύ μακριά από εδώ, ζούσε ένα αγόρι, που το έλεγαν Σπύρο. Ο Σπύρος ήταν ένα αγόρι σχεδόν σαν όλα τα άλλα. Είχε μαύρα μαλλιά, μονίμως αχτένιστα, και μεγάλα γαλάζια μάτια. Πήγαινε στην πρώτη Δημοτικού και καθόταν στο τρίτο θρανίο. Του άρεσε το ποδόσφαιρο και τα μακαρόνια με κιμά. Τι ήταν όμως αυτό που τον έκανε διαφορετικό από όλα τα άλλα παιδιά;

Η αλήθεια είναι ότι ο Σπύρος είχε ένα μεγάλο μυστικό…

Σσσσςςς… Μην το πείτε σε κανέναν...

Ο Σπύρος είχε σούπερ δυνάμεις! Αλήθεια! Μπορούσε να παγώνει το χρόνο όποτε ήθελε! Κροτάλιζε τα δάχτυλά του και όλα τριγύρω σταματούσαν να κινούνται. Τα ρολόγια πάγωναν, άνθρωποι και ζώα έμεναν ακίνητοι σαν αγάλματα, και μόνο αυτός, άρχοντας του χρόνου, μπορούσε να κόβει βόλτες και να κάνει ό,τι θέλει.

Όπως κάθε σωστός σούπερ ήρωας είχε φυσικά και μια φανταστικοαπίθανη στολή! Πράσινη και πορτοκαλί φόρμα, με μπέρτα, μάσκα και απ’ όλα! Και ένα ρολόι για σήμα!
Και φυσικά χρησιμοποιούσε τις δυνάμεις του στην υπηρεσία του καλού!
Εκτός δηλαδή από μερικές φορές… Να, όπως εκείνο το πρωί που έβρεχε και έκανε κρύο. Και η μαμά του του φώναζε να σηκωθεί γιατί θα αργούσε στο σχολείο. Ακόμα και οι σούπερ ήρωες όμως κρυώνουν! Και νυστάζουν! Και θέλουν να κοιμηθούν πέντε λεπτάκια παραπάνω. Ένα κλικ με τα δάχτυλα αρκούσε για να παγώσει ο χρόνος και ο μικρός ήρωας να χουζουρέψει με την ησυχία του λίγο ακόμα μέσα στα σκεπάσματα.
Ο Σπύρος καμιά φορά χρησιμοποιούσε τις υπερδυνάμεις του και στο σχολείο. Αν τύχαινε η δασκάλα να τον ρωτήσει κάτι που δε θυμόταν «τσουπ» πάγωνε το χρόνο και κρυφοκοίταζε στο βιβλίο την απάντηση. Αλλά αυτό δεν το έκανε συχνά γιατί οι σωστοί υπερήρωες είναι καλοί μαθητές και διαβάζουν τα μαθήματά τους. Και δε χρησιμοποιούν τις δυνάμεις τους για να κοροϊδέψουν τους δασκάλους.
Στα παιχνίδια όμως είχε πολύ πλάκα να είσαι σούπερ ήρωας! Ειδικά στο κυνηγητό! Ο Σπύρος ήταν ανίκητος όχι γιατί ήταν ιδιαίτερα γρήγορος… Αλλά μόλις πήγαινε κάποιος να τον πιάσει αυτός «βζουτ» πάγωνε το χρόνο και έτρεχε πέντε μέτρα παρακάτω.
Αφήστε τις πλάκες που μπορούσε να σκαρώνει! Ακόμα θυμάται το μπουγέλο. Τότε που σταμάτησε το χρόνο και έβαλε μια τεράστια νερόμπομπα πάνω από το κεφάλι του Γιωργάκη. Μόλις ο χρόνος άρχισε και πάλι να κυλάει ο Γιωργάκης δεν ήξερε από πού του ήρθε. Πόσο πλάκα είχε.
Αλήθεια, δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο χρήσιμη ήταν η σούπερ δύναμη του Σπύρου κάθε μέρα. Πιστέψτε με όμως, τον είχε βοηθήσει εκατοντάδες φορές. Να προλάβει το λεωφορείο! Να πιάσει τη μπάλα πριν σπάσει το μεγάλο βάζο του σαλονιού. Να κρύψει τα κόμιξ του πριν τα κάνει φύλλο και φτερό το μικρό του ξαδερφάκι. Να προλάβει να φάει την τυρόπιτα πριν τελειώσει το διάλειμμα. Ακόμη και να πάει στο μπάνιο χωρίς να χάσει λεπτό από την αγαπημένη του παιδική σειρά!
Αλλά όλα αυτά δεν είναι τίποτε μπροστά στην ηρωική δράση του μικρού Σπύρου! Όταν ήταν ακόμη μόλις πέντε χρονών έσωσε τον γάτο τους που έπεσε από το δέντρο της αυλής. Ο ήρωας μας εκείνη την ώρα έτρωγε αμέριμνος τα δημητριακά του, όταν με την άκρη του ματιού του είδε τον γάτο να παραπατά. Με αυτοθυσία άφησε το κουτάλι και κροτάλισε τα δάχτυλα του. «Κλικ» και ο χρόνος σταμάτησε με το γάτο ακίνητο λίγα μόλις εκατοστά από το έδαφος. Ο Σπύρος φορώντας τις πράσινες με πορτοκαλί πυτζάμες του – έτσι διάλεξε και τα χρώματα για τη σούπερ στολή του – βγήκε στην αυλή, έπιασε το γάτο και τον ακούμπησε μαλακά στο έδαφος. Η αποστολή ολοκληρώθηκε με πλήρη επιτυχία. Ο γάτος ήταν σώος και ασφαλής, αν και λίγο μπερδεμένος, και τα δημητριακά ήταν ακόμα τραγανά!
Κάπως έτσι ξεκίνησε την καριέρα του υπερήρωα ο μικρός Σπύρος. Και φυσικά έκανε πολλά ακόμα κατορθώματα. Έσωσε ποτήρια από σίγουρες πτώσεις, μπάλες που θα κυλούσαν στο δρόμο και ένα σωρό άλλα ηρωικά πράγματα! Ήταν σίγουρος ότι όταν μεγάλωνε θα του έδιναν έναν ασύρματο και θα τον ειδοποιούσαν κάθε φορά που οι άνθρωποι χρειαζόντουσαν τις σούπερ δυνάμεις του!
Όμως, ίσως να μην είναι πάντα ευχάριστο να είσαι σουπερήρωας... Ακόμα και οι ήρωες βλέπετε έχουν μερικές ατυχίες. Σούπερ ατυχίες!
Όλα ξεκίνησαν την ημέρα του πάρτυ για τα έβδομα γενέθλια του μικρού Σπύρου. Τα σχολεία είχαν κλείσει, το απόγευμα θα έρχονταν οι φίλοι του από το σπίτι και η τούρτα θα ήταν παγωτό σοκολάτα. Σούπερ! Ο Σπύρος ανυπομονούσε και ευχόταν να μπορούσε να κάνει το χρόνο όχι μόνο να σταματάει, αλλά και να κυλάει πιο γρήγορα.
Το απόγευμα επιτέλους έφτασε και οι φίλοι του Σπύρου άρχισαν να φτάνουν ένας ένας. Κι όλοι του έφερναν δώρα! Μικρά και μεγάλα κουτιά με πολύχρωμα περιτυλίγματα. Ο Σπύρος προφανώς ήθελε να τα ανοίξει όλα στη στιγμή, αλλά η μαμά του του έριξε ένα αυστηρό βλέμμα από αυτά που σημαίνουν «αυτό που λέω εγώ!» ή «κανόνισε την πορεία σου κακομοίρη μου» και τελικά όλα τα δώρα μαζεύτηκαν στο στρογγυλό τραπέζι του σαλονιού. Το πάρτυ ήταν απίθανο! Είχε μουσική, αναψυκτικά, απίθανα μεζεδάκια και πολύ παιχνίδι. Δεκαπέντε παιδάκια τρέχανε πάνω κάτω με γέλια και φωνές. Και ο Σπύρος ήταν σούπερ ευτυχισμένος.
Μέχρι που ήρθε η ώρα για την τούρτα. Την υπέροχη τούρτα σοκολάτα παγωτό με τις φράουλες και τη σαντιγύ. «Ελάτε όλοι στο σαλόνι για την τούρτα» φώναξε ο μπαμπάς κι αμέσως παιδάκια, γονείς και γιαγιαδοπαππούδες μαζεύτηκαν γύρω από το μεγάλο τραπέζι. Ο μπαμπάς κρατούσε τη φωτογραφική μηχανή και η μαμά το δίσκο με την τούρτα και τα αναμμένα κεράκια.
Τι τέλεια που ήταν! Να! Αυτή ήταν μια στιγμή που άξιζε να σταματήσει ο χρόνος και να κρατήσει για πάντα. Και «κλικ» ο μικρός ήρωας σταμάτησε το χρόνο για να απολαύσει με την ησυχία του το πιο υπέροχο πάρτυ γενεθλίων. Πλησίασε και κοίταξε την τούρτα. Φαινόταν τόσο λαχταριστή. Χοροπήδησε ενθουσιασμένος ανάμεσα στους καλεσμένους που είχαν παγώσει με μια έκφραση χαράς στο πρόσωπο τους και κοίταξε με θαυμασμό τη στοίβα με τα δώρα! Αν άνοιγε μονάχα ένα; Ποιός θα το καταλάβαινε; Διάλεξε ένα μεγάλο παραλληλόγραμμο κουτί με πράσινο φιόγκο και το ξετύλιξε βιαστικά. Ουάου! Ένα επιτραπέζιο παιχνίδι! Τι θα πείραζε αν άνοιγε ακόμα ένα; Το δεύτερο πακέτο είχε μέσα αυτοκινητάκια. Το τρίτο νερομπογιές και πινέλα. Στο τέταρτο πακέτο... στο τέταρτο πακέτο σταμάτησε για να μην τον πάρουν χαμπάρι. Και βιαστικά ξανατύλιξε όσο καλύτερα μπορούσε τα δώρα και τα ξανάβαλε στη στοίβα.
Ο Σπύρος έριξε μια ματιά στο χώρο. Όλα φαινόντουσαν όπως πριν. Ώρα να ξαναρχίσει το πάρτυ, σκέφτηκε και ο χρόνος ξεπάγωσε.
Όμως κάτι είχε πάει στραβά... Κάτι είχε πάει πολύ στραβά! Ένα από τα αυτοκινητάκια είχε βρεθεί ακριβώς κάτω από το πόδι της μαμάς του. Της μαμάς του που κουβαλούσε την τούρτα του με τα εφτά κεράκια. «Ααααα!» φώναξε η μαμά του γλιστρώντας. «Σπλατς» έκανε η τούρτα και προσγειώθηκε στο πάτωμα. «Ωωωωχ!» έκανε ο μπαμπάς προσπαθώντας να πιάσει τη μαμά και πέφτοντας με τη σειρά του φαρδύς πλατύς κάτω. «Ιιιιιι!» έκανε η θεία Ευταξία τρομάζοντας και πέφτοντας πάνω στο τραπέζι με τα δώρα. «Κρατς» έκανε το πιο μεγάλο πακέτο από τα δώρα, εκείνο με τον κόκκινο φιόγκο που του είχε φέρει η νονά του.
Και μετά ησυχία. Όλοι οι καλεσμένοι κοιτούσαν την καταστροφή χωρίς να μιλάνε. Ο Σπύρος ένοιωσε δάκρυα να ανεβαίνουν στα μάτια του. Όλα είχαν πάει στραβά. Ήταν τα πιο απαίσια γέννεθλια.
Τότε η Ράνια, η φίλη του από το σχολείο, πλησίασε την στραπατσαρισμένη τούρτα και με το δάχτυλό της δοκίμασε τη σοκολάτα. «Σούπερ» είπε και οι φίλοι του έσκυψαν να δοκιμάσουν κι αυτοί. Οι μεγάλοι έβαλαν τα γέλια. «Σούπερ» λοιπόν είπε κι ο Σπύρος! Τα γενέθλια είναι πάντα σούπερ όταν έχεις σούπερ φίλους!

Η γυναίκα που τάιζε τις γάτες


Ο Ντίμης δεν υπήρξε ποτέ. Αυτή ήταν η επίσημη στάση της αστυνομίας. Αυτό το εύλογο συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν όλοι.
Όμως η Αγάθη ήξερε.
Όταν απευθύνθηκε για πρώτη φορά στην αστυνομία της είπαν ότι ήταν νωρίς. Ότι έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον 72 ώρες πριν κηρυχθεί κάποιος αγνοούμενος.
Κι όταν πέρασαν 72 κι άλλες 72 ώρες τη σύρανε στο τμήμα. Καταθέσεις και κόντρα καταθέσεις, χιλιάδες ερωτήσεις χωρίς νόημα. Την παρέπεμψαν σε ψυχολόγους και ειδικούς. Το θέμα έφτασε σε κανάλια και εφημερίδες. Κακόγουστη φάρσα; Παραληρήματα ενός πειραγμένου μυαλού; Κραυγή βοήθειας από μια μοναχική γεροντοκόρη;
Πρώτη η αστυνομία έκλεισε το φάκελο. Τα δημοσιεύματα σταμάτησαν λίγο αργότερα. Τα κανάλια κάλυψαν για λίγο ακόμα τον κενό τηλεοπτικό τους χρόνο κανιβαλίζοντας την υπόθεση. Ώσπου βαρέθηκαν κι αυτά. Ώσπου η πενηντάχρονη και ο… αόρατος εραστής της έπαψαν να πουλάνε. Κι επιτέλους την άφησαν ήσυχη.
Μόνη. Κουρασμένη από τη στάση αγνώστων και συγγενών. Παραζαλισμένη από συνεδρίες με ειδικούς. Ξεγυμνωμένη και εκτεθειμένη από τους εκπροσώπους των media.
Όμως η Αγάθη ήξερε.
Είχε γνωρίσει τον Ντίμη ανήμερα Πρωτοχρονιά.
Κάθε πρωί συνήθιζε να κατεβαίνει κοντά στις γραμμές και να ταΐζει τα γατιά και τα αδέσποτα. Πολύ πρωί, πριν ξεκινήσει ακόμα ο ηλεκτρικός. Είχε κάτι το μελαγχολικό εκείνη η ώρα. Όπως μελαγχολικά ήταν και τα μάτια του Ντίμη.
Το σπίτι δίπλα στις γραμμές ήταν χρόνια ερειπωμένο και άδειο. Μόνο γάτες τριγύριζαν στην αυλή. Σταμάτησε να αφήσει τις κονσέρβες στο πέτρινο τοιχάκι. Και τότε τον είδε. Πρώτα είδε τα μάτια του, να την κοιτάν μέσα από τις καρφωμένες σανίδες του παραθύρου. Έμεινε εκεί, ακίνητη να τον κοιτάει για μερικά δευτερόλεπτα. «Καλή χρονιά» της ευχήθηκε με μια φωνή βαθιά.
Είχε φύγει τρέχοντας εκείνη τη μέρα. Αναστατωμένη. Αλλά ξαναπήγε, και συνέχισε να πηγαίνει, για μέρες. Τα μάτια ήταν πάντα εκεί. Άρχισαν να ανταλλάσσουν καλημέρες. Πλέον άφηνε και γι αυτόν φαγητό στο πεζούλι. Κι αυτός της άφηνε ένα λουλούδι. «Δεν είναι απόδειξη τα λουλούδια» είχε πει η αστυνομία.
14 Φλεβάρη το λουλούδι ήταν κόκκινο. Τότε ήταν που η Αγάθη μπήκε για πρώτη φορά στο ερειπωμένο σπίτι. Που είδε με τα μάτια και τα χέρια της το κορμί του Ντίμη. Που έσμιξαν παθιασμένα στο σκονισμένο μωσαϊκό. Με το κόκκινο άνθος του Ιβίσκου στα μαλλιά και με ένα γλυκό κάψιμο σε όλο της το κορμί αποχαιρέτισε τον εραστή της χωρίς να ξέρει ότι ήταν η τελευταία φορά που θα τον έβλεπε.
Το επόμενο πρωί και με τα σημάδια από το σμίξιμό τους ακόμα φανερά στο στήθος και τους μηρούς της πήγε πάλι στο σπίτι. Αλλά τα μάτια δεν ήταν εκεί. Κι ούτε υπήρχε λουλούδι το επόμενο πρωί. Είχε πάει στην αστυνομία. Λάθος.
Κι ας ήξερε.
Αυτές τις τελευταίες βδομάδες είχε δει τις χειρότερες πλευρές των ανθρώπων. Αδιαφορία. Απαξίωση. Λασπολογία. Εξευτελισμός. Στο τμήμα την αντιμετώπιζαν όλοι σαν μια γραφική μισότρελη φιγούρα. Άλλοτε ειρωνικά, άλλοτε απαξιωτικά, καμιά φορά με οίκτο. Η υπόθεση εξαφάνισης ενός νεαρού άστεγου αγνώστων στοιχείων που είχε εγκατασταθεί παράνομα σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι ήταν καμένο χαρτί. Το γεγονός ότι όλες οι πληροφορίες γι αυτόν προέρχονταν από την «τρελή με τις γάτες», που μάλιστα δήλωνε ερωμένη του, της έδινε μια σουρεαλιστική νότα.
Κάπου εκεί είχαν τσιμπήσει και τα κανάλια. Και η Αγάθη τους άφησε να εισβάλουν στη ζωή της. Στην αρχή με την ελπίδα ότι θα τη βοηθούσαν. Έπειτα γιατί δε μπορούσε να κάνει αλλιώς.
Τα κανάλια ήταν πιο πρόθυμα από την αστυνομία να εξετάσουν τα λεγόμενά της. Εισέβαλαν με κάμερες στο ερειπωμένο σπίτι. Ρώτησαν γείτονες και περαστικούς. Αρκετοί ήξεραν την Αγάθη. "Μια ακίνδυνη τρελή" είπαν. "Ταΐζει τις γάτες τα χαράματα". "Όχι, δεν είδαμε ποτέ κανέναν στο σπίτι" και "Χρόνια τώρα είναι άδειο". Κανείς δεν είχε δει τον Ντίμη, τον άστεγο με τα εκφραστικά μάτια, όπως τον αποκαλούσαν στις εφημερίδες.
Ακολούθησαν ζωντανές εκπομπές, αναπαραστάσεις των ερωτικών σκηνών, κυκλοφόρησαν σκίτσα του άγνωστου άντρα. Ταυτόχρονα η Αγάθη έγινε αντικείμενο σάτιρας και αισχρών αστείων. Ακούστηκε ότι συνουσιαζόταν με τα αδέσποτα. Ότι έβγαινε στους δρόμους γυμνή. Ότι τον σκότωσε η ίδια και τον τάισε στις γάτες.
Επιτέλους όμως την είχαν αφήσει ήσυχη. Κι η Αγάθη ήξερε.
Τις μέρες έψαχνε στους δρόμους. Στο σπίτι κοντά στις γραμμές. Σε γιαπιά και εγκαταλελειμμένα σπίτια.
Τις νύχτες έψαχνε τα σημάδιά του στο κορμί της. Ένοιωθε ξανά και ξανά τα ρίγη από την ένωσή τους.
Έψαχνε στις εφημερίδες. Ρώταγε άστεγους. Περαστικούς. Τις τελευταίες μέρες ρώταγε τις γάτες που τρίβονταν στις γάμπες της. Δε θυμόταν πια τα μάτια του. Κι όταν έκλεινε τα δικά της δε μπορούσε πια να νοιώσει το άγγιγμά του.
Η Αγάθη βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της το ξημέρωμα της 6ης Απριλίου. Χωρίς να ξέρει.

Πάνω στον τάφο της κάποιος άφησε έναν κόκκινο Ιβίσκο.

2.5.14

Σελίδα λευκή

Διαγωνισμός ΛόγωΤέχνης 2013

Η αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία προώθησης πολιτισμού Artspot προκηρύσσει τον 4ο Ηλεκτρονικό Διαγωνισμό Διηγήματος «ΛογωΤέχνης 2013», με την υποστήριξη των Εκδόσεων Μεταίχμιο.

Το θέμα του διαγωνισμού είναι ελεύθερο, όμως οι συμμετέχοντες θα πρέπει να συμπεριλάβουν στην πλοκή του διηγήματός τους τις ακόλουθες επτά συγκεκριμένες λέξεις (σε οποιαδήποτε πτώση ή αριθμό):

Δρόμος, Ηδονή, Λιμάνι, Κεχριμπάρι, Ταξίδι, Γέρος, Καλοκαίρι   (Οι λέξεις περιέχονται στο ποίημα «Ιθάκη» του Κ.Π. Καβάφη).



Σελίδα λευκή

Πάντα της άρεσε να γράφει. Είχε ανάγκη να γράφει. Δε μπορούσε να αντισταθεί στο λευκό χαρτί.
Κανένα χαρτί δεν έπρεπε να είναι λευκό. Ο προορισμός του ήταν να γραφτεί, να μουτζουρωθεί, να ζωγραφιστεί. Το χαρτί παρακαλούσε το στυλό να χαράξει πάνω του γραμμές, γράμματα, σχήματα. Λέξεις, σκέψεις, ιδέες... Κι εκείνη υπάκουα έγραφε. Ζωγράφιζε, μουτζούρωνε.
Από τότε που θυμάται τον εαυτό της γέμιζε σελίδες ολόκληρες καθημερινά. Σκέψεις, ευφυολογήματα της στιγμής, μισοτελειωμένα διηγήματα, ιστορίες τρόμου. Κι όλα τα καταχώνιαζε στα συρτάρια της. Στον πάτο της τσάντας της. Σε ντοσιέ και φακέλους.
Το όνειρό της ήταν να γράψει κάτι ολοκληρωμένο. Κάτι που να αξίζει να δημοσιευτεί. Κάτι που να μπορέσει να ξεφύγει από τα συρτάρια και τις στοίβες με τα υπόλοιπα χαρτιά. Και να βρει το δρόμο του. Να διαβαστεί.
Αυτή ήταν η Ιθάκη της. Και γι αυτό έγραφε. Κάθε μέρα έγραφε, στρώνοντας το δρόμο προς το νησί με ατέλειωτες αράδες.

Μέχρι που μια μέρα δε μπορούσε να γράψει άλλο.

Εκείνο το πρωί αφηρημένα ζωγράφιζε αστεράκια χωρίς να μπορεί να βγάλει από μέσα της ούτε μια πρόταση. Ούτε καν μια λέξη. Τσαλάκωσε το χαρτί και το πέταξε εκνευρισμένη. Όλη τη βδομάδα δεν έγραψε τίποτε. Το πρωί του Σαββάτου αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να πάρει ακραία μέτρα. Είχε έρθει η ώρα να δοκιμάσει και πάλι την παλιά γραφομηχανή. Έφτιαξε καφέ, έβαλε μουσική και άναψε τσιγάρο. Κάθησε στο γραφείο. Τα δάχτυλα της χάιδεψαν τα πλήκτρα. Ένοιωσε τις λέξεις έτοιμες να ξεχυθούν από μέσα της και να γεμίσουν τη σελίδα.

Ο καφές είχε τελειώσει. Η μουσική είχε πια γίνει ένα με τους ήχους του δρόμου. Το πακέτο είχε αδειάσει. Η σελίδα ήταν ακόμα λευκή. Κοιτούσε την άδεια σελίδα και τη μελανοταινία που ετοιμαζόταν να αφήσει τα χνάρια της στο λευκό χαρτί. Πάτησε τα πλήκτρα με δύναμη. Μια ασυνάρτητη ακολουθία γραμμάτων άρχισε να γεμίζει το χαρτί. Ένα πρόσκαιρο κύμα ανακούφισης την πλημμύρισε. Έβαλε τα κλάματα.

Οι μέρες περνούσαν. Κι εξακολουθούσε να μη μπορεί να γράψει. Καθόταν με τις ώρες πάνω από μια κόλλα χαρτί. Εφάρμοζε όποια μέθοδο δημιουργικής γραφής είχε ακούσει. Κι όταν νύχτωνε, με τη σελίδα ακόμα λευκή, καθόταν στην παλιά γραφομηχανή και πληκτρολογούσε ασυναρτησίες. Τυχαία γράμματα, μέχρι να νοιώσει καλύτερα. Φυλούσε ευλαβικά τη "δουλειά" της στο πρώτο συρτάρι και έπεφτε εξαντλημένη για ύπνο.

«Σα μαϊμού μπροστά σε γραφομηχανή», γέλασε ο Νίκος όταν του διηγήθηκε το πρόβλημά της. Τον κοίταξε εκνευρισμένη. Είχε κάνει μεγάλη προσπάθεια για να βγει από το σπίτι. Για να αφήσει έστω και για λίγο το στυλό. Ίσως ένα διάλειμμα τη βοηθούσε να ξεμπλοκάρει. «Δε σε κοροϊδεύω», γέλασε πάλι αυτός. «Υπάρχει ένα θεώρημα που περιγράφει τέλεια την κατάστασή σου. Αν μπορούσαμε λέει να αφήσουμε έναν απεριόριστο αριθμό μαϊμούδων μπροστά σε ισάριθμες γραφομηχανές, τότε κάποια στιγμή είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα έγραφαν τα άπαντα του Σαίξπηρ». Τον κοίταξε με δυσπιστία.

«Η πιθανότητα μια μαϊμού να γράψει μια συγκεκριμένη λέξη είναι πολύ μικρή, πόσο μάλλον ένα ολόκληρο κείμενο. Δεν είναι όμως μηδενική και άρα μπορεί να συμβεί. Αν τώρα αυξήσουμε τις μαϊμούδες; Αν πάρουμε χίλιες μαϊμούδες; Ένα εκατομμύριο; Άπειρες; Όσο περισσότερες μαϊμούδες έχουμε, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η πιθανότητα μία από αυτές να γράψει τη συγκεκριμένη λέξη. Αν είχαμε και άπειρο χρόνο…». Οι καφέδες είχαν μείνει να ζεσταίνονται στα ποτήρια. Ναι. Ακουγόταν λογικό. Μέσα στις τυχαίες ακολουθίες γραμμάτων, με την παρανοϊκή βεβαιότητα που μόνο τα μαθηματικά μπορούν να προσφέρουν, κάποια στιγμή θα γράφονταν μία μία όλες οι λέξεις του "Άμλετ". Κάποια στιγμή, γράμμα - γράμμα με τη σωστή σειρά, μια μαϊμού θα κατάφερνε να γράψει ξανά το "Όνειρο Θερινής Νυκτός".

Εκείνο το βράδυ είδε στον ύπνο της μαϊμούδες. Εκατοντάδες, χιλιάδες, αμέτρητες μαϊμούδες. Να πληκτρολογούν ασταμάτητα. Χαρτιά γέμιζαν το χώρο. Τυπωμένες κόλλες στοιβάζονταν στο δωμάτιο και τη σκέπαζαν. Πνιγόταν μέσα σε μια θάλασσα από χαρτί. Άρπαξε μια κόλλα από το σωρό. Ασυναρτησίες. Κι όμως, ανάμεσα στις μπερδεμένες συμβολοσειρές άρχισαν να φωσφορίζουν λέξεις. "Οθέλος", "Καπουλέτου", "στρίγγλα"... Κι άλλες λέξεις άρχισαν να φωσφορίζουν στο χαρτί. Σε όλα τα χαρτιά γύρω της.
Ξύπνησε ιδρωμένη. Ήταν ανόητο. Αλλά έπρεπε να το κάνει.
Πήγε στο γραφείο της και άνοιξε το συρτάρι. Έψαξε ανάμεσα στα σύμβολα που γέμιζαν τις σελίδες. Και όντως, μέσα στις τυχαίες ακολουθίες γραμμάτων κάποιες λέξεις άρχισαν να φωσφορίζουν. Κάποιες λέξεις του Καβάφη: Δρόμος, Ηδονή, Λιμάνι, Κεχριμπάρι, Ταξίδι, Γέρος, Καλοκαίρι.
Πήρε τις σελίδες και γύρισε στο κρεβάτι της. Ίσως ήταν όντως μια μαϊμού μπροστά σε γραφομηχανή. Ίσως όμως κάποια στιγμή και οι δικές της ασυνάρτητες αράδες να έβγαζαν νόημα.
Ίσως ήταν απλά θέμα χρόνου.
Ίσως αν συνέχιζε να βαράει ασταμάτητα τα πλήκτρα να έγραφε κάποτε την Ιθάκη. Ίσως να έφτανε κάποτε στην Ιθάκη...

Το χρονικό μιας απίστευτης ληστείας

Διαγωνισμός ΛόγωΤέχνης 2012

Η αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία προώθησης πολιτισμού ARTSPOT προκηρύσσει τον 3ο Ηλεκτρονικό Διαγωνισμό Διηγήματος «ΛογωΤέχνης 2012», με την υποστήριξη των Εκδόσεων ΚΑΛΕΝΤΗ.

Το θέμα του διαγωνισμού είναι ελεύθερο, όμως οι συμμετέχοντες θα πρέπει να συμπεριλάβουν στην πλοκή του διηγήματός τους τις ακόλουθες έντεκα συγκεκριμένες λέξεις (σε οποιαδήποτε πτώση ή αριθμό):

Θάλασσα, χελιδόνι, άμμος, κουτί, τριαντάφυλλο, χώμα, ρoλόι, ησυχία, σελίδα, αέρας, γάλα.

Το χρονικό μιας απίστευτης ληστείας

Έκτακτο παράρτημα! Σήμερα, Τετάρτη 15 Αυγούστου, και ώρα δεκάτη πρωινή η βιβλιοθηκονόμος της δημοτικής βιβλιοθήκης Καλλιθέας ανακάλυψε μία κλοπή άνευ προηγουμένου! Άγνωστοι μέχρι ώρας δράστες εισέβαλαν στο βιβλίο με κωδικό ΞΛ0012 και έκλεψαν το τριαντάφυλλο του Μικρού Πρίγκιπα! Σε κατάθλιψη έχει πέσει ο ήρωας του ομώνυμου έργου. Η αστυνομία δεν έχει κάνει ακόμα δηλώσεις.

Αναβρασμός επικρατεί στη βιβλιοθήκη και όλοι αγνοούν το ταμπελάκι «Ησυχία». Ήρωες μπαινοβγαίνουν στα βιβλία και πηδάνε από ράφι σε ράφι. Πλάσματα των παραμυθιών χώνονται σε άρλεκιν και σοβαροί επιστήμονες αφήνουν τις διατριβές τους και μετακομίζουν σε τσελεμεντέδες.

Στο βιβλίο «Ένα πτώμα στη βιβλιοθήκη» - λίγο γκραν γκινιόλ επιλογή ομολογουμένως - όλοι οι ντετέκτιβ της παγκόσμιας λογοτεχνίας έχουν συγκεντρωθεί για να βρουν μια λύση. Τα μόνα στοιχεία που βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος ήταν μια τσακισμένη σελίδα, λίγο χώμα κι ένας λεκές από γάλα. Ποιος εγκληματικός εγκέφαλος βρίσκεται πίσω από αυτή τη ληστεία; Θα ζητηθούν λύτρα;

Για μακρόχρονη απουσία του ιδιοκτήτη κάνουν λόγο οι ήρωες από τα διπλανά βιβλία. Η Πολυάννα, ο Μικρός Νικόλας και ο Μπίλμπο Μπάγκινγκς επιβεβαίωσαν την απουσία του Μικρού Πρίγκιπα και του βιβλίου του για διάστημα πλέον της μίας εβδομάδας από το ράφι Ξένη Παιδική Λογοτεχνία. «Μόλις σήμερα επέστρεψε» δήλωσε ο Τσάρλι μέσα από το εργοστάσιο σοκολάτας, ενώ ο Τζιπ δήλωσε ότι ήταν μέσα στην τηλεόραση και γι αυτό δεν πρόσεξε τίποτε.

Σε πρόσφατο tweet του ο Μικρός Πρίγκιπας γράφει: «Είναι ο χρόνος που έχεις χάσει για το τριαντάφυλλό σου που το κάνει τόσο σημαντικό». Που είναι όμως ο Μικρός Πρίγκιπας; Κανένας στη βιβλιοθήκη δεν τον έχει δει εδώ και αρκετές ώρες. Ανήσυχη δηλώνει η αλεπού.

Σε press conference κάλεσε τους δημοσιογράφους ο Αρσέν Λουπέν στις 8 το βράδυ στο βιβλίο του, «Τα οχτώ χτυπήματα του ρολογιού». Έχουν βρει το δράστη τα λαγωνικά της βιβλιοθήκης; Σε απευθείας μετάδοση στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων στις οχτώ.

Κι ενώ όλοι περιμένουν εναγωνίως τις εξελίξεις, το Μικρό Πρίγκιπα ανακάλυψε ο δαιμόνιος ρεπόρτερ Πίκος Απίκος σε βιβλίο της σειράς Χελιδόνια. «Νοιώθω μισός» δήλωσε σε αποκλειστική συνέντευξη στην εφημερίδα «Τρέχα Γύρευε». Το άρθρο συνοδεύεται από ολοσέλιδη φωτογραφία του ήρωα, καθισμένου στην άμμο, να ατενίζει μελαγχολικά τη θάλασσα ενώ ο αέρας ανεμίζει το κασκόλ του.

Δήλωση βόμβα από τον Βέλγο ντετέκτιβ, Ηρακλή Πουαρώ: «Το τριαντάφυλλο δεν κλάπηκε ποτέ.»

«Μα πως;!» αναφώνησαν όλοι μαζί οι συγκεντρωμένοι δημοσιογράφοι.

«Είναι απλό. Η τσακισμένη σελίδα είναι το κλειδί του μυστηρίου. Βλέπετε οι ιστορίες υπάρχουν μόνο όσο υπάρχει κόσμος που τις διαβάζει. Καμιά περιπέτειά μου δε θα είχε τέλος και κανένας ένοχος δε θα είχε συλληφθεί αν ο αναγνώστης δεν ολοκλήρωνε το βιβλίο».

Μουρμουρητά και αναταραχή στη σελίδα 109 που είναι συγκεντρωμένα τα τηλεοπτικά συνεργεία.

«Και τι πρέπει να γίνει;» έσπασε τη σιωπή ο Φίλιπ Μάρλοου χαϊδεύοντας το 45άρι στην εσωτερική του τσέπη.

«Στοιχειώδες αγαπητοί» δήλωσε φλεγματικά ο Σέρλοκ. «Πρέπει απλά ο αναγνώστης να τελειώσει το βιβλίο!».

* * * * * * * *

Σε ένα σπίτι λίγα τετράγωνα μακριά από τη βιβλιοθήκη η μικρή Αλίκη ψάχνει σε ράφια και κουτιά κι έχει κάνει το δωμάτιό της άνω κάτω.

- Ρε μαμά, που έβαλες εκείνο το βιβλίο που είχα πάρει από τη βιβλιοθήκη;

Πρόσεχε τι γράφεις στο wall σου

Διαγωνισμός ΛόγωΤέχνης 2011

Ο θεματικός άξονας του φετινού διαγωνισμού είναι «Ιστορίες Διαδικτύου».
Οι συμμετέχοντες θα πρέπει στην πλοκή του διηγήματος που θα συγγράψουν να συμπεριλάβουν στοιχεία που να αφορούν, να διαδραματίζονται ή να σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με το Διαδίκτυο.

[link]


Πρόσεχε τι γράφεις στο wall σου

Η Ηρώ είχε αλλάξει πάλι την εικόνα του προφίλ της. Ένας άγγελος που έκλαιγε. Άλλαξε και το status στο facebook. "Σκατά!".
Ο Μιχάλης άνοιξε άλλο browser και μπήκε στο δεύτερο προφίλ του. Άφησε ένα comment. Άνοιξε και τρίτο browser για το άλλο προφίλ, την τρίτη περσόνα που χρησιμοποιούσε - και με την οποία είχε πιο φιλικές σχέσεις με την Ηρώ.
Σε δέκα λεπτά το προφίλ της είχε γεμίσει comments. Είχε για άλλη μια φορά τσακωθεί με τον πατέρα της. Όπως πάντα.
Ένας ήχος τον ενημέρωσε ότι είχε ανεβάσει κάτι στο blog της. Άλλο ένα ποίημα.
Μαύρη εφηβική κατάθλιψη.
Έψαξε τον αναπτήρα του στα σκοτεινά. Άναψε τσιγάρο και ξαναδιάβασε το κείμενο. Έγραψε δυο γραμμές, τις έσβησε. Η στάχτη έπεσε πάνω στο πληκτρολόγιο.
Σκατά. "Σκατά!" έγραψε και σαν σχόλιο κάτω από το κείμενο.
Αντέγραψε ένα στίχο από το ποίημα και τον έβαλε σα μήνυμα στο msn.
Η Ηρώ τσίμπησε αμέσως.
- Με διαβάζεις;
Μιλούσε μαζί της σχεδόν ένα χρόνο τώρα. Από διαφορετικούς λογαριασμούς κάθε φορά. Ανάλογα με την περίσταση.

Πριν τρεις βδομάδες είχε καταφέρει να τη δει κι από κοντά. Από τις 7 περίμενε απέναντι από το σπίτι της, χωμένος πίσω από μια εφημερίδα, να τη δει. Δεν ήταν δύσκολο να την αναγνωρίσει. Είχε δει και τον πατέρα της.

Μίλησαν μέχρι τις πέντε το πρωί.
- Σ’ αφήνω. Θα ξυπνήσει σε λίγο. Και δε θέλω να με δει στο pc…
Ένοιωσε ένα σφίξιμο και ήταν σίγουρος πως και αυτή ένοιωθε άσχημα γράφοντας αυτές τις γραμμές.

Την επόμενη μέρα μετρούσε τις ώρες να πάει δύο. Να γυρίσει από το σχολείο και να καθήσει στον υπολογιστή της. Της είχε στείλει δωράκια στο facebook. Είχε δει για άλλη μια φορά όλες τις φωτογραφίες της. Είχε διαβάσει τα σχόλια που είχε γράψει στους φίλους της. Είχε ξαναδιαβάσει τα σχόλια που της άφηναν στο blog της.
Μέχρι τις πέντε δεν είχε μπει online. Είχαν γράψει διαγώνισμα στη Χημεία είδε στο wall της διπλανής της. Ας είχε γράψει καλά…
Πέντε και δέκα ανέβασε μια εικόνα. Από το κινητό της. Είχε χαράξει στο μπράτσο της με ξυραφάκι "Πονάω!". Ένοιωσε να πονάει ο ίδιος. Ένοιωσε τα γράμματα να χαράζονται στο δικό του χέρι. Με το νύχι του χάραξε κι αυτός το δέρμα του.
Ένα μήνυμα ήρθε στο msn.
- Θέλω να φύγω από το σπίτι…
Τι να της απαντήσει;
- Θέλω να τον σκοτώσω! Και να φύγω από το σπίτι.
Την είχε χτυπήσει. Για ένα ανόητο διαγώνισμα;

Άλλαξε πάλι τη φωτογραφία στο προφίλ της. Ένα μικρό κοριτσάκι με άσπρο φόρεμα που κρατούσε ένα ματωμένο μαχαίρι.
Τις επόμενες μέρες η Ηρώ σταμάτησε να μπαίνει στο internet. Ο Μιχάλης είχε φρικάρει. Τριγυρνούσε στη μικρή γκαρσονιέρα κλοτσώντας τα έπιπλα. Την τρίτη μέρα το πρωί πήγε κάτω από το σπίτι της.
Την είδε να βγαίνει μαζί με τον πατέρα της. Τα μάτια της ήταν κόκκινα και πρησμένα. Και ο μαλάκας δίπλα είχε ένα βλέμμα…
Τους ακολούθησε μέχρι το σχολείο, κάθησε σε μια πυλωτή απέναντι και άναψε τσιγάρο. Η Ηρώ στεκόταν σε μια γωνία με μια φίλη της. Μόλις χτύπησε το κουδούνι τις είδε να σκαρφαλώνουν τα κάγκελα και να βγαίνουν έξω. Μπήκαν σε ένα internet καφέ. Κάθησε και αυτός μερικές θέσεις παραπέρα, έτσι που να μπορεί να τη βλέπει.
Την παρατηρούσε όσο απαντούσε στα σχόλια όσων την ψάχνανε τις τελευταίες μέρες. Σε αυτόν δεν είχε απαντήσει ακόμα.
- Γεια…
Ένοιωθε περίεργα να μιλάνε στο chat, σχεδόν δίπλα ο ένας στον άλλο, κι αυτή να μην το υποψιάζεται καν. Πληκτρολογούσε γρήγορα και τσαντισμένα, να του τα πει όλα. Κάποιος να την καταλάβει.
Είχε τσακωθεί πολύ άσχημα με τον πατέρα της. Της έκοψε το internet και της ξέκοψε το ενδεχόμενο να πάει πενταήμερη.
- Τον μισώ!
Και για έμφαση το έγραψε και στο facebook… "Τον μισώ!". Κι από κάτω "Να πεθάνει, να πεθάνει, να πεθάνει!".

Η Ηρώ είχε φύγει από ώρα από το μαγαζί. Κι αυτός καθόταν ακόμα εκεί.
Κοιτώντας την οθόνη. Την αγαπούσε αυτή την απαισιόδοξη πιτσιρίκα. Και τώρα ήταν η ώρα να της το δείξει.
Η Ηρώ ξαναδιάβασε το μήνυμα. "Η επιθυμία σου, διαταγή…".
Η μάνα της ακούστηκε να τσιρίζει από την κουζίνα…

Κατεβάστε το ψηφιακό βιβλίο (e-book) με τα 20 βραβευμένα διηγήματα του διαγωνισμού.

5.2.12

Πρέπει να σταματήσω να γράφω τρομαχτικές ιστορίες.


Πρέπει να σταματήσω να γράφω τρομαχτικές ιστορίες. Πρέπει. Πριν να είναι πολύ αργά.
Όλα ξεκίνησαν πριν μερικές βδομάδες. Και στην αρχή συνέβαινε απλά στον ύπνο μου. Πρώτα είδα το ερειπωμένο σπίτι. Σε έναν ολοζώντανο εφιάλτη. Κι έπειτα το δρόμο. Αν και ξυπνούσα με ταχυπαλμία, πρέπει να ομολογήσω ότι τα απολάμβανα κάπως αυτά τα όνειρα. Τα έργα μου, σε ιδιωτική προβολή και παγκόσμια πρεμιέρα, αποκλειστικά στο κεφάλι μου.
Έπειτα όμως άρχισα να βλέπω σκηνές και στον ξύπνιο μου. Σε αυτές τις στιγμές που νοιώθεις τόσο κουρασμένος που όνειρο και πραγματικότητα δύσκολα διαχωρίζονται. Και μέρα με τη μέρα οι εικόνες αυτές γίνονταν πιο ζωντανές. Ένα απόγευμα είδα την κοπέλα στο παράθυρο. Ζωντανή, ολοζώντανη. Και πριν δω τη συνέχεια τράβηξα τις κουρτίνες και κατέρρευσα.
Τώρα πια, τα φαντάσματα από το πατάρι - μια ιστορία που δεν έχω ολοκληρώσει καν - περνάνε από πίσω μου όταν δουλεύω στον υπολογιστή. Η ματωμένη παλάμη στο παράθυρο αφήνει καθημερινά σημάδια που τρίβω με μανία να καθαρίσω. Τα βράδυα περιμένω ανυπόμονα να με πάρει ο ύπνος για να σταματήσω να ακούω το μουσικό κουτί. Να με πάρει ο ύπνος γιατί εκεί τουλάχιστον οι εφιάλτες μου δε μπορούν να με σκοτώσουν.
Τρέμω για τις ιστορίες που έκανα το λάθος να βάλω τον εαυτό μου στη θέση του ήρωα.
Μα πιο πολύ φοβάμαι αυτές τις μισοσχηματισμένες εικόνες. Των κειμένων που ακόμα δεν έγραψα. Των ηρώων που δημιουργούνται στο κεφάλι μου. Του εφιάλτη που τελικά θα με σκοτώσ

22.8.10

Ειδωλολατρεία

Το πρώτο πράγμα που αντίκρισε όταν ξύπνησε ήταν η αντανάκλασή της στο μεγάλο καθρέφτη. Όπως κάθε πρωί, έτσι και σήμερα, τεντώθηκε κρατώντας τα μάτια της καρφωμένα στο είδωλό της, παρατηρώντας το χώρο μέσα από τον καθρέφτη. Συνέχισε να κοιτιέται σε αυτόν όσο ντυνόταν. Όσο χτένιζε τα μακρυά μαλλιά της. Ανάμεσα από τις καστανοκόκκινες τούφες που έπεφταν στα μάτια της. Έριξε μια τελευταία ματιά πριν βγει από το δωμάτιο. Επέστρεψε – όπως κάθε μέρα άλλωστε – για να κάνει μια τελευταία στροφή.
Δεν έδωσε καμιά σημασία στον καθρέφτη του σαλονιού. Στάθηκε πλάτη στον καθρέφτη του ασανσέρ. Ποτέ της δε στάθηκε να καθρεφτιστεί σε μια βιτρίνα. Στο τζάμι του μετρό. Ποτέ δεν κουβάλησε καθρεφτάκι στην τσάντα της.
Δεν ήταν ερωτευμένη με το είδωλό της, όπως της είχε πει εκείνος ο γκόμενος κάποτε, όταν είχε δει την πρωινή της ιεροτελεστία μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη.
Για την ακρίβεια δεν ήταν ερωτευμένη με όλα τα είδωλά της. Παρά μόνο με κείνο που έβλεπε στον μεγάλο καθρέφτη.
Οι καθρέφτες στα δοκιμαστήρια την έδειχναν χοντρή. Άχαρη. Κανένα ρούχο δε φαινόταν να της πηγαίνει όταν κοιταζόταν σε κείνα τα θλιβερά κομμάτια καθρέφτη. Κολλημένα σε έναν τοίχο. Χωρίς κορνίζα.
Τα μαλλιά της δεν είχαν ποτέ το σωστό χρώμα στους καθρέφτες των κομμωτηρίων. Ούτε το σωστό μήκος. Το σωστό χτένισμα.
Στο μεγάλο καθρέφτη του δωματίου όμως όλα ήταν σωστά. Όπως θα έπρεπε να είναι. Όπως αισθανόταν ότι είναι.
Μακρυά από αυτόν τον καθρέφτη ένοιωθε μακρυά από εκείνη την ίδια. Τις ώρες που έλειπε από το σπίτι της έλειπε και η αντικειμενική ματιά του.
Παλιότερα οι διακοπές ήταν εφιάλτης. Και όχι μόνο γιατί πια δεν ήξερε πώς πραγματικά έμοιαζε. Όχι γιατί δεν ήξερε πια αν της πηγαίνει το κόκκινο φουστάνι . Ή αν τα μαλλιά της εξακολουθούσαν να έχουν αυτό το βαθύ καστανοκόκκινο χρώμα. Όχι. Υπέφερε γιατί ένοιωθε σαν να είχε αφήσει πίσω ένα κομμάτι του εαυτού της.
Πλέον είχε σταματήσει τα ταξίδια. Και τις περιττές εξόδους. Έβγαινε βέβαια για να πάει στη δουλειά της. Για να ψωνίσει. Για κανέναν καφέ με τις φίλες της. Αλλά όταν αγαπάς κάποιον δε θες να τον αφήνεις και πολύ μόνο του, έτσι δεν είναι; Το είδωλο της έγνεφε καταφατικά σε αυτήν την ερώτηση.
Γυρνώντας σπίτι εκείνο το απόγευμα έκανε το λάθος να κοιταχτεί στον καθρέφτη του ασανσέρ. Έκανε ένα μορφασμό όλο αποστροφή προς τη γυναίκα που την κοιτούσε μέσα από το γυαλί. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια μετρώντας τα 15 δευτερόλεπτα που χρειαζόταν για να φτάσει στον όροφο της. Άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ και βγήκε αποφεύγοντας να ξανακοιτάξει το τζάμι.
Μπαίνοντας στο σπίτι έτρεξε στον καθρέφτη της. Ευτυχώς. Όλα ήταν όπως τα ήξερε. Όπως έπρεπε να είναι. Όπως άλλωστε αισθανόταν ότι είναι.
Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στο πρόσωπο της. Δεν άντεχε άλλο να αμφισβητεί συνέχεια το ποια είναι. Κουλουριάστηκε στο πάτωμα μπροστά στον καθρέφτη. Ακούμπησε το μάγουλό της στο κρύο τζάμι. Και το ένοιωσε ζεστό.
Ένοιωσε μια ζεστασιά εκεί, κολλημένη πάνω στον καθρέφτη. Ένοιωσε ήρεμη και γαλήνια. Και το κυριότερο. Έπαψε να νοιώθει μόνη.
Ένα χέρι την ακούμπησε στην πλάτη. Τη χάιδεψε απαλά. Την κράτησε μέχρι που σταμάτησαν οι λυγμοί.
Κάποια στιγμή σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε δειλά προς τον καθρέφτη. Το είδωλό της ήταν καθισμένο δίπλα της, έχοντας το χέρι του περασμένο στον ώμο της. Χαμογελώντας με κατανόηση. Της σκούπισε τα δάκρυα.
Τσίριξε!
Τσίριξε και με σπασμωδικές κινήσεις προσπάθησε να απελευθερωθεί από αυτό το ξένο – κι όμως δικό της – χέρι. Πισωπάτησε και απομακρύνθηκε. Σκαρφάλωσε στο κρεβάτι. Κρατώντας πάντα τα μάτια της καρφωμένα στη γυναίκα μες στον καθρέφτη.
Εκείνη σηκώθηκε ήρεμα και με χάρη. Χαμογέλασε καλοσυνάτα και ανέβηκε κι αυτή στο κρεβάτι. Απ’ τη δική της πλευρά του καθρέφτη. Έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στην κοπέλα που κοιτούσε πανικόβλητη κι έγινε πάλι το είδωλό της.
Έμεινε παγωμένη σε αυτή τη θέση. Κοιτώντας πάντα την άλλη. Έγειρε λίγο το κεφάλι της. Το είδωλό της ακολούθησε την κίνηση. Δειλά σήκωσε και το χέρι της. Η γυναίκα στον καθρέφτη έκανε το ίδιο. Με αργές κινήσεις κατέβηκε από το κρεβάτι μένοντας όσο μπορούσε πιο μακρυά από τον καθρέφτη. Και κοιτώντας πάντα προσεχτικά τη γυναίκα πίσω από το γυαλί.
Βγήκε από το δωμάτιο όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Άρπαξε την τσάντα της και βγήκε από το σπίτι. Κράτησε την πλάτη της γυρισμένη στον καθρέφτη του ασανσέρ. Νοιώθοντας δυο πύρινα μάτια να την καρφώνουν. Σε σχεδόν αλλόφρονη κατάσταση βγήκε στο δρόμο. Περπάτησε για λίγο χωρίς κι αυτή να ξέρει που πάει.
Για πρώτη φορά παρατήρησε πόσες επιφάνειες υπήρχαν που μπορούσε να καθρεφτιστεί κάποιος. Χιλιάδες μάτια – δικά της μάτια – την κοίταζαν από όλες τις λείες γυαλιστερές επιφάνειες που προσπερνούσε. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που την τρόμαζε. Άρχισε να τσιρίζει και να τρέχει στο δρόμο.

Πέντε μέρες αργότερα η εξαφάνιση της έγινε θέμα στα κανάλια. Εφτά μέρες αργότερα ξεχάστηκε. Και όλοι αγνόησαν τις τρεις λέξεις που βρέθηκαν γραμμένες στη σκόνη του καθρέφτη...

Ο λεκές στα σκαλοπάτια

Τα παιδιά είχαν νοικιάσει ένα σπίτι ούτε τρία τετράγωνα παρακάτω. Ένα ρετιρέ, με απίστευτη βεράντα. Και τόσο κοντά. Θα μπορούσε να τους βλέπει πλέον όσο συχνά ήθελε.
Έτσι και τώρα είχε αποφασίσει να περάσει να πει ένα γεια. Να κάνει ένα διάλειμμα.
Χτύπησε το κουδούνι. Σαν να άργησαν λίγο να ανοίξουν. 13 σκαλοπάτια. Για κάποιο λόγο όλες οι παλιές πολυκατοικίες έχουν συνολικά 13 σκαλοπάτια πριν το ασανσέρ. Και στη δικιά της τόσα είχε.
Στο έβδομο σκαλοπάτι υπήρχε ένας λεκές. Και στο όγδοο. Έμοιαζε με αίμα. Πλησίασε να το δει καλύτερα. Δε μπορεί να ήταν μπογιά. Ήταν όντως αίμα. Μόνο σε αυτά τα δυο σκαλιά. Περίεργο...
- Τι είναι αυτά τα αίματα στα σκαλοπάτια; ρώτησε μόλις μπήκε στο σπίτι.
Κατά βάθος πρέπει να περίμενε να ακούσει καμιά περίεργη, ενδιαφέρουσα ιστορία. Τα παιδιά όμως δεν είχαν ακούσει τίποτε. Ούτε φασαρία, ούτε ασθενοφόρο...



- Μήπως απλά άνοιξε η μύτη κάποιου;
Μα, τόσο αίμα; Σύντομα πάντως ξέχασε και το αίμα και τις ιστορίες που είχε αρχίσει να πλάθει στο μυαλό της. Και δεν το θυμήθηκε παρά όταν έφτασε πια η ώρα να φύγει. Ένας παράξενος φόβος την έπιασε στην ιδέα να αντικρύσει ξανά τα ματωμένα σκαλοπάτια. Ανόητες φοβίες, αλλά αλήθεια είχε ένα κακό προαίσθημα.
Η Βιργινία είτε γιατί το κατάλαβε, είτε απλά από περιέργεια, προθυμοποιήθηκε να κατέβει μαζί της να δει κι αυτή το λεκέ.
Όσο το ασανσέρ κατέβαινε, τόσο αυξάνονταν οι χτύποι της καρδιάς της. Ανάμεσα από τις ξύλινες πόρτες του ασανσέρ έβλεπε τους ορόφους να εναλάσσονται και σαν να περίμενε ένα ποτάμι από αίμα να αρχίσει να χύνεται μέσα στο φρεάτιο.
Προσπαθώντας να σταματήσει να αυθυποβάλλεται άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ. Κοίταξε τα σκαλιά. Ήταν καθαρά. Πλησίασε να δει αν υπήρχε κάποιο ίχνος. Δε φαινόταν τίποτε. Ούτε καν τίποτε που να δείχνει ότι τα σκαλιά καθαρίστηκαν πρόσφατα.
- Κάποιος θα τα καθάρισε, μουρμούρισε η Βιργινία.
Δεν υπήρχε νόημα να το αμφισβητήσει. Οι λεκέδες αίματος δεν εξαφανίζονται διά μαγείας.
Γυρνώντας σπίτι εξακολούθησε να πλάθει σενάρια, με αποτέλεσμα να διασχίσει σχεδόν τρέχοντας τα τελευταία μέτρα από το φόβο της. Κι αν υπήρχε αίμα και στα δικά της σκαλοπάτια;
Μέχρι να μπει στο διαμέρισμα και να κλειδώσει την πόρτα πίσω της της είχε κοπεί η ανάσα.
Πέρασε ένα πολύ δύσκολο βράδυ. Γεμάτο εφιάλτες. Κι οι ώρες που πέρασε ξύπνια ήταν ακόμη πιο εφιαλτικές, καθώς φοβόταν και να κινηθεί μέσα στο σκοτάδι του δωματίου.
Στο φως της μέρας όλα αυτά φαίνονταν αρκετά ανόητα, αλλά παρ' όλα αυτά, απέφυγε τις επισκέψεις στα παιδιά εκείνο το Σαββατοκύριακο. Μέχρι τη Δευτέρα.
Ήταν περίπου 11 το βραδυ κι ο δρόμος σχεδόν άδειος. Πηγαίνοντας σκεφτόταν πάλι τα ματωμένα σκαλοπάτια. Ανατρίχιαζε ελαφρά πλάθοντας εικόνες. Μια κοπέλα με ματωμένη μύτη. Ένας άντρας που κουβαλάει ένα σφαγμένο αρνί. Ένα παιδάκι με πληγωμένα γόνατα. Εικόνες συνοδευόμενες από το υπόκωφο πλιτς που κάνουν οι σταγόνες του αίματος όταν προσγειώνονται στο μάρμαρο...
Για κάποιο λόγο ανυπομονούσε να φτάσει στα σκαλιά. Και σχεδόν ήλπιζε να δει τον λεκέ.
Κι ο λεκές ήταν πράγματι εκεί. Στο έβδομο και το όγδοο σκαλοπάτι. Ανοιγόκλεισε τα μάτια αλλά ο λεκές παρέμεινε στη θέση του. Θα έπαιρνε όρκο ότι οι σταγόνες σχημάτιζαν το ίδιο ακριβώς μοτίβο. Ότι ήταν ο ίδιος ακριβώς λεκές. Αλλά αυτό θα ήταν ανοησία.
Ένα νέο ρίγος την έκανε να απομακρυνθεί βιαστικά από τα σκαλιά και να μπει στο ασανσέρ όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Μέχρι να φτάσει στον 5ο είχε κάπως ηρεμήσει.
- Ρε παιδιά, ποιον σφάξανε πάλι στα σκαλιά σας; είπε, καταφέρνοντας να ακουστεί σχεδόν χαλαρή.
Τους είπε ότι πάλι υπήρχαν αίματα στα σκαλιά. Δεν ανέφερε βέβαια τη θεωρία της για το ότι επρόκειτο για τον ίδιο ακριβώς λεκέ. Η βραδιά αναλώθηκε με σουρεαλιστικές sci-fi λύσεις για τον μυστηριώδη λεκέ. Και για τα λοιπά μυστήρια της πολυκατοικίας. Δυστυχώς όμως, για άλλη μια φορά, η μυστηριώδης καθαρίστρια είχε εξαφανίσει τον λεκέ, όπως τους πληροφόρησε η Αργυρώ που ήρθε αργότερα. Πριν προλάβουν να κάνουν τη χημική ανάλυση που συζητούσαν.
Κατά τις τέσσερις το πρωί αποφάσισε ότι ήταν ώρα πια να γυρίσει σπίτι. Κατέβηκε με το ασανσέρ χωρίς ταχυπαλμίες και περίεργες σκέψεις. Και κοίταξε γενναία τα σκαλοπάτια. Κανένας λεκές δεν ήταν εκεί! Ένοιωσε μια ευχάριστη ανακούφιση. Τόσο που άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά με μικρά πηδηματάκια. Κι εκεί στο όγδοο σκαλί παραπάτησε. Το πόδι της γλίστρησε κι ένοιωσε να πέφτει. Και στα λίγα δευτερόλεπτα που της απέμεναν είδε σαν σε ταινία τον εαυτό της να πέφτει. Και το κεφάλι της να χτυπάει στο όγδοο σκαλοπάτι. Αφήνοντας έναν ματωμένο λεκέ. Που θα έπαιρνε όρκο ότι οι σταγόνες σχημάτιζαν το ίδιο ακριβώς μοτίβο. Τον ίδιο ακριβώς λεκέ.

28.4.10

Τι σκέφτεσαι; #6 (σχεδόν)

- Τι σκέφτεσαι;
- Ένα καπέλο με κερασάκια...



Είχε ξανθά μαλλιά, μαζεμένα σε δυο χαλαρές πλεξίδες. Δεν έβλεπα το πρόσωπό της μα ήμουν σίγουρος ότι είχε φακίδες. Κι ίσως πράσινα μάτια.
Φορούσε ένα λευκό φουστάνι και πλάι της είχε ακουμπισμένο ένα ψάθινο καπέλο. Κι ένα βιβλίο.
Φαντάστηκα ότι ήταν το δικό μου βιβλίο. Περνάω από δίπλα της, γυρνάει με κοιτάει, κοιτάει το βιβλίο και ξανακοιτά εμένα. Με θαυμασμό. "Ω! Είναι δυνατόν να είστε... εσείς;"
Ένα πιτσιρίκι περνάει με το ποδήλατό του πάνω από το πόδι μου. Επανέρχομαι στην πραγματικότητα. Κι αισθάνομαι και λίγο γελοίος.
Τι πιθανότητες θα είχε να είναι το δικό μου βιβλίο; Κι άσε το δικό μου, που έχει πουλήσει μόνο όσα αντίτυπα αγόρασε η μάνα μου - γιατί κι οι φίλοι μου τσάμπα το πήραν, εγώ τους το 'δωσα. Ας πιάσουμε ένα κλασσικό. Τι πιθανότητα υπάρχει να είναι ας πούμε Οι Άθλιοι του Ουγκώ; Πόσα βιβλία υπάρχουν στον κόσμο; Πόσα είναι "αναλώσιμα", ευκαιριακά σουξεδάκια - και ούτε καν; Και πόσα θα χαρίσουν την υστεροφημία στους δημιουργούς τους;
Έτος 2110. Το βιβλίο μου είναι ακόμα στα ράφια. Ακούω τον υπάλληλο να λέει "Α, ναι! Κλασσικό δείγμα γραφής του 21ου αιώνα. Δεν πρέπει να λείπει από καμία βιβλιοθήκη!"
Το παιδάκι με το ποδήλατο πρέπει να το κάνει επίτηδες. Μόλις κάνω ευχάριστες σκέψεις έρχεται να με ξενυχιάσει. Τι σαδισμός!
Να είναι δικό της; Της κοπέλας με το άσπρο φόρεμα. Μπα... Φαίνεται τόσο νέα για να έχει παιδί. Κι εξάλλου δεν έχει γυρίσει καθόλου να το κοιτάξει. Α! Νάτη η μάνα του. Ναι, αυτή μοιάζει. Κι εξάλου το μπουκώνει κεράσια κάθε φορά που πλησιάζει.
Αν κάναμε παιδιά θα είχαν σίγουρα ξανθά μαλλιά. Εγώ κι η κοπέλα με τα άσπρα. Κι αν ήμασταν τυχεροί πράσινα μάτια. Θα ήταν κορίτσι. Και θα το ντύναμε και αυτό με άσπρο φόρεμα. Και θα της έπαιρνα ένα ψάθινο καπέλο με κερασάκια. Κι αυτή δε θα το μπούκωνε. Θα σήκωνε μόνο που και που το βλέμμα από το βιβλίο της - που θα ήταν το τελευταίο μου μυθιστόρημα - για να την προσέχει. Και θα χαμογελούσε.
Πώς θα γινόταν να της μιλήσω;
Σήκωσα τα μάτια. Είχε φύγει... Μαζί με το παιδί μας. Το καπέλο με τα κερασάκια. Το τελευταίο μου μυθιστόρημα.
Αν είχε ξεχάσει το βιβλίο της;
Θα είχε γράψει μέσα το τηλέφωνο της. Για μένα. Και θα...

17.11.09

Fun (reaaaaally fun) session DnD...

Κατά τη διάρκεια μάχης, κι ενώ το half-orc και ένα αόρατο halfling τσοπάρουν, ο μάγος και ο druid της παρέας έχουν αράξει στα μετόπισθεν...

DM: Στο 17 παίζει... ο μάγος. Αλκιβιάδη, τι κάνεις;
Μάγος (κρατώντας ένα κατοστάπλευρο στο χέρι): Picatsu! Διαλέγω εσένα!

19.9.09

Curiosity killed the cat (?)

Αισθανόμουν άβολα. Πάντα αισθανόμουν άβολα όταν με άφηναν μόνη σε ένα ξένο σπίτι. Ακόμη κι αν ο οικοδεσπότης είχε απλά πεταχτεί μέχρι το περίπτερο. Εγώ ποτέ δε θα άφηνα κάποιον μόνο του στο δικό μου σπίτι. Δε μου άρεσε η ιδέα ότι αυτός ο κάποιος θα μπορούσε να ανοίξει τα συρτάρια μου. Να περιπλανηθεί στο σπίτι μου αγγίζοντας τα πράγματα μου. Ανακατεύοντας χαρτιά, ανοίγοντας κλειστές πόρτες.
Και να που τώρα ήμουν μόνη στο σπίτι του Χ. "Σε πέντε λεπτά θα είμαι πίσω" μου είπε και έφυγε τρέχοντας πριν προλάβω να διαμαρτυρηθώ. Έμεινα καθισμένη στον καναπέ. Κοιτώντας τον απέναντι τοίχο. Σταύρωσα τα πόδια μου. Ένα μικρό τρίξιμο ακούστηκε από το ξύλινο πάτωμα. Κράτησα την ανάσα μου. Προσπάθησα να μείνω τελείως ακίνητη. Αισθανόμουν σαν να είχαν περάσει αιώνες από τη στιγμή που έφυγε. Κοίταξα το ρολόι. Δεν είχαν περάσει παρά τρία τέσσερα λεπτά. Μετακινήθηκα πάλι λίγο στον καναπέ.
Ωχ... Ήθελα να πάω στο μπάνιο. Ήξερα που είναι. Σε αυτό το σπίτι είχα έρθει άλλωστε πολλές φορές. Αλλά δε μου άρεσε η ιδέα να σηκωθώ όσο αυτός έλειπε. Προσπάθησα να κρατηθώ. Μάταιος κόπος. Θα ήταν άραγε τόσο κακό να σηκωθώ να πάω μέχρι το μπάνιο;
Σηκώθηκα. Έμεινα όρθια, στην ίδια θέση, για ένα λεπτό, ελπίζοντας ότι να, τώρα θα ανοίξει η πόρτα και θα επιστρέψει. Όμως όχι, ο Χ. δε γύριζε... Πήγα προς το μπάνιο. Με όσο πιο ανάλαφρα βήματα μπορούσα. Και νοιώθοντας τους παλμούς μου να αυξάνονται.
Τα ντουλαπάκια του μπάνιου με προκαλούσαν. Για κάποιο άγνωστο λόγο είχα μια επιθυμία να τα ανοίξω. Τι περίμενα να βρω; Γιατί γινόμουν τόσο ανόητη; Τόσο αδιάκριτη; Κατανίκησα την περιέργεια μου και γύρισα στο σαλόνι. Κάθισα στη θέση μου για πέντε περίπου λεπτά, αδειάζοντας το μυαλό μου. Κοίταξα το ρολόι. Που ήταν επιτέλους;
Έριξα μια ματιά στη βιβλιοθήκη. Δε φορούσα τα γυαλιά μου και δε μπορούσα να διαβάσω τους τίτλους. Να σηκωθώ; Ξανακοίταξα το ρολόι. Κοίταξα το δευτερολεπτοδείκτη μέχρι να κάνει μια πλήρη περιστροφή. Κι έπειτα άλλη μία. Σηκώθηκα. Πλησίασα τη βιβλιοθήκη και άρχισα να διαβάζω τους τίτλους των βιβλίων. Πέρασα το δάχτυλο μου από τη ράχη ενός λεξικού. Κοίταξα το δάχτυλο μου. Τι έψαχνα;
Νόμισα ότι άκουσα έναν ήχο στην πόρτα. Κράτησα την ανάσα μου. Οι χτύποι της καρδιάς μου έγιναν πιο δυνατοί. Να γυρίσω γρήγορα στον καναπέ; Ή αυτό θα φαινόταν πιο περίεργο; Αποφάσισα να μείνω εκεί. Θα του έλεγα ότι σηκώθηκα να ρίξω μια ματιά στα βιβλία. Και αυτό δεν έκανα άλλωστε;
Μια πόρτα ακούστηκε να κλείνει. Τελικά πρέπει να ήταν κάποιος γείτονας...
Γύρισα στον καναπέ. Δε μπορούσα όμως να χαλαρώσω. Ξανασηκώθηκα και πήρα ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη. Ήταν το "Όνομα του Ρόδου", του Έκο. Το ήξερα απ' έξω αυτό το βιβλίο. Το ξεφύλλισα αναζητώντας την περιγραφή της βιβλιοθήκης. Διάβασα μερικά κομμάτια στην τύχη. Διάβασα ξανά το τέλος.
Όταν σήκωσα τα μάτια μου είχε σκοτεινιάσει. Μα, που ήταν επιτέλους; Πλέον αισθανόμουν πιο άνετα στο σπίτι. Ακούμπησα το βιβλίο στον καναπέ και σηκώθηκα να ανάψω το φως. Έκανα μια βόλτα στο χώρο. Έριξα μια ματιά στον καθρέφτη. Ίσιωσα τον πάκο με τα φυλλάδια δίπλα στο τηλέφωνο. Σήκωσα το τηλέφωνο, το έφερα στο αυτί μου. Τι έκανα; Γύρισα στον καναπέ, πήρα το κινητό από την τσάντα μου και κάλεσα το κινητό του Χ.
Από το δίπλα δωμάτιο ακούστηκε ένα κινητό να χτυπάει. Όχι... Δεν το είχε πάρει μαζί του. Έκλεισα το κινητό και ο ήχος σταμάτησε. Πήγα προς την κουζίνα. Το κινητό του ήταν πράγματι ακουμπισμένο στο τραπέζι. "1 αναπάντητη κλήση" έγραφε στην οθόνη. Το πήρα στα χέρια μου, το ξεκλείδωσα. Κλίκαρα μέχρι να εμφανιστεί το νούμερό μου στην οθόνη. Το ξανακλείδωσα και το άφησα στο τραπέζι.
Άνοιξα το ψυγείο και έριξα μια αφηρημένη ματιά. Μύρισα το κουτί με το χυμό. Μέτρησα τα αυγά. Έκλεισα το ψυγείο και γύρισα στο σαλόνι, στον καναπέ. Ξανασηκώθηκα για να πάω στο μπαλκόνι. Έριξα μια ματιά στο δρόμο. Ένα αυτοκίνητο πέρασε. Σε λίγο άλλο ένα. Ένα μηχανάκι. Έμεινα εκεί μέχρι που μέτρησα δέκα αυτοκίνητα. Ξαναμπήκα μέσα. Πήγα μέχρι την εξώπορτα και την άνοιξα. Την ξανάκλεισα. Γύρισα στον καναπέ. Έπιασα ένα από τα τετράδια που ήταν πάνω στο τραπεζάκι. Σημειώσεις για τη σχολή. Το τηλέφωνο κάποιου Νίκου. Αφηρημένα σχέδια. Η λέξη "κοινόχρηστα" κυκλωμένη πέντε-έξι φορές...
Ωχ! Είχα κάνει χαζομάρα με το κινητό... Αν ο Χ. έβλεπε στις κλήσεις του τον αριθμό μου; Αν καταλάβαινε ότι είχα ανοίξει το κινητό του; Πήγα μέχρι την κουζίνα και το πήρα. Μπήκα στο αρχείο των κλήσεων με χέρια που έτρεμαν και έψαξα να δω αν μπορούσα να τη σβήσω. Ουφ! Ευτυχώς τα κατάφερα. Ξανακλείδωσα το κινητό και το άφησα στη θέση του.
Ξαναέπιασα το κινητό. Μπήκα στα μηνύματα. Διάβασα μερικά. Δε βρήκα τίποτε ιδιαίτερο. Ένα δικό μου μήνυμα, μερικά μηνύματα από τον κολλητό του, την Μαρία και κάποια Γιώτα που του έλεγε ότι θα αργήσει δέκα λεπτά γιατί έχασε το λεωφορείο…
Άνοιξα το φάκελο με τα εξερχόμενα. Το πιο πρόσφατο έγραφε «Είναι εδώ. Θα της πω ότι πρέπει να λείψω για πέντε λεπτά. Έλα.»
Πέταξα το κινητό στο πάτωμα και έτρεξα στο σαλόνι. Άρπαξα την τσάντα μου, άνοιξα την εξώπορτα και έτρεξα στις σκάλες αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα πίσω μου. Φτάνοντας στο ισόγειο άκουσα την πόρτα του ασανσέρ να ανοίγει μερικούς ορόφους πιο πάνω. «Που πήγε η καριόλα;» ακούστηκε μια φωνή.
Δεν περίμενα να ακούσω άλλα. Άρχισα να τρέχω.

24.7.09

Ας γράψουμε μια ιστορία - Μέρος 3ο

Πόσο καιρό ξέχασα την ηρωίδα μου στις... σκάλες; Ας την κατεβάσουμε μερικούς ορόφους παρακάτω. Κι ας κάνουμε μερικές..

Παράλογες (;) σκέψεις

Κουρασμένη από το κλάμα και την άσκοπη κάθοδο πρέπει να αποκοιμήθηκε. Ξύπνησε και πάλι πιασμένη, στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας χωρίς να μπορεί να υπολογίσει πόση ώρα είχε περάσει. Μόνο το στομάχι της που διαμαρτυρόταν ολοένα και πιο έντονα της έδινε μια υποτυπώδη αίσθηση του χρόνου.
Σκέφτηκε να κατέβει μερικούς ορόφους ακόμη. Πήγε να σηκωθεί και ξανακάθησε. Έβγαλε το βραχιόλι από το χέρι της, το έπαιξε νευρικά στα δάχτυλά της και τελικά το άφησε σε ένα σκαλοπάτι. "Λες;" μουρμούρισε. Και συμπλήρωσε "Πρέπει να σταματήσω να μιλάω μόνη μου. Είναι ανόητο!"
Σηκώθηκε αποφασιστικά και κατέβηκε έναν όροφο. Κοίταξε αν το βραχιόλι βρισκόταν εκεί. Προφανώς και όχι! Αφού το είχε αφήσει στον πάνω όροφο! Αν υπήρχε κόσμος τριγύρω πιθανότατα να κοκκίνιζε. Τώρα απλά ανέβηκε βαριεστημένα να το μαζέψει. "Πρέπει να κόψω τα RPG... Και το πολύ Science Fiction..." είπε, μιλώντας για άλλη μια φορά στον εαυτό της.
Κατέβηκε τρεις ακόμη ορόφους. Καμιά αλλαγή. Κι εδώ υπήρχαν δυο πόρτες, το χαλασμένο ασανσέρ, ένα παράθυρο που δεν άνοιγε...
Δοκίμασε τα κουδούνια χωρίς μεγάλες ελπίδες. Έκανε το ίδιο και για τους επόμενους τρεις ορόφους. Στην τελευταία πόρτα τα νεύρα της τεντώθηκαν. Άρχισε να την κλωτσάει. Έπεσε πάνω της με όλη της τη δύναμη. "Σκατά!", στις ταινίες φαίνεται τόσο εύκολο... Στην πράξη δεν κατάφερε να σπάσει ούτε ένα μεντεσέ. Και σίγουρα θα αποκτούσε μερικές εντυπωσιακές μελανιές. Έριξε μια τελευταία κλωτσιά και σωριάστηκε στο πάτωμα μπροστά στην πόρτα...

28.2.09

Ας γράψουμε μια ιστορία - Μέρος 2ο

Για να δούμε πόσο συνεπής θα είμαι στο νέο μου σχέδιο. Άλλο ένα κεφάλαιο της ιστορίας έχει γραφτεί. Η ηρωίδα βρίσκεται στα πρόθυρα νευρικής κρίσης...

Η εκδοχή του zero2one έχει αρχίσει να γράφεται σαν ανεξάρτητη ιστορία... Δεν έχει διακλαδώσεις και θα δημοσιευτεί αφού τελειώσουμε με αυτήν εδώ.
Κάποιες από τις ιδέες που δόθηκαν στο προηγούμενο δεν έχουν χρησιμοποιηθεί. Ακόμα! ;)


Κρίση πανικού

"Οκ... Δε μπορεί να συμβαίνει αυτό..." μονολόγησε. Πάτησε νευρικά το κουμπί του ασανσέρ τέσσερις πέντε φορές. Καμία αλλαγή. Κλότσησε εκνευρισμένη την πόρτα. Πήγε στο παράθυρο του φωταγωγού. Δεν άνοιγε. Φαινόταν να είναι φτιαγμένο ώστε να μην ανοίγει. Κόλλησε τη μύτη της στο τζάμι, χωρίς όμως να καταφέρει να δει κάτω. Το χτύπησε με τη γροθιά της. Το μόνο που κατάφερε ήταν να χτυπήσει λίγο.
Κατέβηκε άλλους δυο ορόφους. Δεν είχε νόημα. Έπρεπε να μάθει που διάολο βρισκόταν. Ας χτύπαγε ένα από τα κουδούνια...
Στάθηκε μπροστά σε μία από τις πόρτες. Έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα με το χέρι πάνω στο κουδούνι χωρίς να αποφασίζει να το πατήσει.
"Ντλιιιιιιν ντλοοοοον..." ακούστηκε ο εκνευριστικός του ήχος. Κράτησε την ανάσα της. Προσπάθησε να σκεφτεί ένα λογικό τρόπο να εξηγήσει την κατάστασή της σε όποιον άνοιγε την πόρτα. Μετά σκέφτηκε πώς μπορεί να ήταν αυτός ο κάποιος που μπορεί να άνοιγε την πόρτα. Και φυσικά, αν τελικά θα άνοιγε κάποιος την πόρτα. Ή κάτι. Και τι διαθέσεις θα είχε αυτό το κάτι. Στα δέκατα του δευτερολέπτου που χρειάστηκε για να τα σκεφτεί όλα αυτά κατάφερε να πανικοβληθεί. Ήταν έτοιμη να κάνει μεταβολή και να αρχίσει να κουτρουβαλάει τις σκάλες. Και το έκανε.
Όταν σταμάτησε να τρέχει είχε χάσει πια το μέτρημα. Είχε λαχανιάσει. Η καρδιά της χτύπαγε σαν τρελή. Κατέρρευσε στα σκαλιά. Όταν πλέον συνήλθε κάπως ένιωσε ανόητη. Τρόμαζε τον εαυτό της χωρίς λόγο. Μπορούσε να συνεχίσει να κατεβαίνει σκάλες ή μπορούσε απλά να χτυπήσει μια πόρτα και να μάθει. Ξανασηκώθηκε και πήγε αποφασιστικά προς μία από τις πόρτες. Πάτησε το κουδούνι και άκουσε για άλλη μια φορά το εκνευριστικό του κουδούνισμα. Πίεσε τον εαυτό της να παραμείνει ψύχραιμη. Προσπάθησε να ακούσει. Κανένας θόρυβος δεν ακουγόταν από το διαμέρισμα. Χτύπησε το διπλανό. Τίποτε. Έκανε το ίδιο και με τα διαμερίσματα των επόμενων τριών ορόφων. Καμιά απάντηση. Κανένας ήχος...
Ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Έβαλε τις φωνές. Άκουσε τη φωνή της να αντηχεί στο χώρο μέχρι που σταμάτησε κι αυτή.

25.2.09

Ας γράψουμε μια ιστορία - Μέρος 1ο

Πόσες φορές, διαβάζοντας ένα βιβλίο, δε θα θέλατε να ψιθυρίσετε κάτι στο αυτί του ήρωα, να τον συμβουλέψετε, να του πείτε "ψιτ; φίλε; λάθος πας!"; Να επέμβετε στην ιστορία και - γιατί όχι; - να την αλλάξετε;

Τι θα λέγατε λοιπόν να γράψουμε μαζί μια ιστορία;

Στο τέλος κάθε μέρους θα προτείνετε εσείς τι θέλετε να κάνει η ηρωίδα. Θα ψηφίζετε, θα το κουβεντιάζετε κι αυτή θα κάνει ό,τι τελικά αποφασίσετε! Τι λέτε;

Η ιστορία δεν έχει ακόμα τίτλο. Σιγά σιγά θα τον βρούμε κι αυτόν!

Προς το παρόν μπορείτε να διαβάσετε το πρώτο μέρος:

What the f*ck ???

Ξύπνησε πιασμένη και με τρελό πονοκέφαλο. Κοίταξε τριγύρω. Βρισκόταν στις σκάλες μιας πολυκατοικίας. "Πω, τι ήπιαμε χτες..." μουρμούρισε ενώ προσπάθησε να ανασηκωθεί. Έψαξε την τσάντα της. Δεν ήταν πουθενά. "Φτου!" Είχε το κινητό της μέσα, μια παντόφλα ευτυχώς - που έτσι κι αλλιώς ήταν ώρα να το ξεφορτωθεί, τα κλειδιά της, τα λεφτά για το νοίκι.... "Σκατά!" Κι ένα σωρό άλλα πράγματα που όσο θα τα θυμόταν θα καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που ήπιε εκείνα τα σφηνάκια.
Τεντώθηκε και σηκώθηκε. Άρχισε να κατεβαίνει. Σίγουρα δεν ήταν στη δική της πολυκατοικία. "Τι διάολο..." Πώς είχε βρεθεί εδώ;
Κατέβηκε δυο ορόφους νοιώθοντας τελείως ξύπνια πλέον. Κατέβηκε άλλους τρεις ορόφους ενώ ήδη ονειρευόταν ζεστό καφέ και τυρόπιτα. Το στομάχι της ήταν πραγματικά χάλια. Κατέβηκε χοροπηδώντας τα σκαλιά ενός ακόμη ορόφου... "Τι διάολο;" μουρμούρισε πάλι. "Γιατί ανέβηκα μέχρι εδώ πάνω;" Προσπάθησε να δει πόσοι ακόμη όροφοι υπήρχαν προς τα κάτω. Δεν έβγαλε κανένα συμπέρασμα. Βαριεστημένα πήγε προς το ασανσέρ. Πάτησε το κουμπί. Κανένα φωτάκι δεν άναψε. Τράβηξε την πόρτα. Δεν άνοιγε. Κατέβασε μερικά καντήλια και ξαναπήγε στις σκάλες.
Είχε κατέβει δέκα ορόφους και ακόμα δεν είχε φτάσει κάτω...




Η ηρωίδα μας, μπερδεμένη, αγανακτισμένη και με το στομάχι να διαμαρτύρεται μετά τις χτεσινοβραδινές τεκίλες έχει καθήσει στα σκαλιά...
Τι θα κάνει μετά; Ή - πιο σωστά - τι να κάνει μετά;

6.11.08

Δρόμος...

Τον είχαν πληρώσει. Τον είχαν πληρώσει για να με πάει εκεί. Ήταν στυγνός επαγγελματίας. Από την αρχή δε μου απηύθυνε καμία ερώτηση. Ήταν συγκεντρωμένος στο δρόμο μπροστά. Εγώ είχα κουρνιάσει στο πίσω κάθισμα. Στην αρχή έψαχνα τη ζώνη. Σύντομα διαπίστωσα ότι δεν υπήρχε. Έπαιζα μηχανικά με ένα σκίσιμο στο δέρμα του καθίσματος. Ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον τύπο που οδηγούσε. Έβλεπα το χοντρό λαιμό του. Τα μυώδη χέρια που έσφιγγαν το τιμόνι. Προσπάθησα να πιάσω το βλέμμα του στον καθρέφτη. Ψυχρό και παγωμένο. Δε μου έδινε καμία σημασία. Έκανε αυτό για το οποίο είχε πληρωθεί και δεν άφηνε περιθώρια για οποιαδήποτε προσωπική επαφή.
Ο δρόμος κυλούσε κάτω από τις ρόδες βρεγμένος, σκοτεινός. Το ίδιο τοπίο. Υγρό, θλιβερό. Κάποια στιγμή ο δρόμος άλλαξε. Άρχισε να ανηφορίζει. Απότομες στροφές. Κι από κάτω κενό. Έμπηξα τα νύχια μου στην τρύπα του καθίσματος, ανοίγοντας την κατά λάθος περισσότερο. Σήκωσα πάλι τα μάτια μου να δω τον οδηγό, αν είχε ακούσει το σκρατς. Προσηλωμένος στο τιμόνι, ακολουθούσε τη διαδρομή που του είχαν ορίσει.
Ήθελα να πάω στο μπάνιο. Αλλά δεν τολμούσα να του το πω. Άνοιξα μια δυο φορές το στόμα μου μα δεν κατάφερα να αρθρώσω λέξη. Κουλουριάστηκα λίγο περισσότερο και προσπάθησα να σκεφτώ κάτι άλλο. Σκέφτηκα να ανοίξω την τσάντα μου μήπως βρω καμιά καραμέλα. Αλλά φοβόμουν, δεν ήθελα να κάνω θόρυβο. Μετρούσα τις κινήσεις μου, προσπαθούσα σχεδόν να μένω ακίνητη. Πότε θα τελείωνε;

Μπήκαμε πλέον σε κατοικημένη περιοχή. Το ταξί έστριψε σε ένα γνώριμο στενό. Η γιαγιά ήταν στην αυλή και με περίμενε. Ο οδηγός σταμάτησε το αυτοκίνητο και κατέβασε τις βαλίτσες μου.
- Έφτασες καλά; με ρώτησε η γιαγιά.
Γιατί διασκεδάζω τόσο να τρομάζω τον εαυτό μου;

8.9.08

Το παράθυρο

Το παράθυρο μου βλέπει στον πλαϊνό τοίχο μιας πολυκατοικίας. Σε έναν άδειο τοίχο, χωρίς μπαλκόνια και παράθυρα. Κι ίσως είναι καλύτερα έτσι. Έχω την ησυχία μου...
Την Τετάρτη η ζέστη ήταν αφόρητη. Δυσκολευόμουν να κοιμηθώ. Στριφογυρνούσα στο κρεβάτι, τσαλακώνοντας τα σεντόνια.
Δεν ήμουν σίγουρη τι με ξύπνησε. Ήχος; Φως; Κάτι έθεσε σε πλήρη επιφυλακή τις αισθήσεις μου.
Γύρισα τα μάτια μου προς το παράθυρο. Φως ερχόταν από τον απέναντι τοίχο!
Τρόμαξα. Γύρισα από την άλλη. Αγκάλιασα το μαξιλάρι και προσπάθησα να κοιμηθώ. Δεν μπορεί να υπήρχε κάτι στον τοίχο. Ήταν άδειος...
Δε μπόρεσα να κοιμηθώ. Από τη μία η περιέργεια.... Από την άλλη ένα αίσθημα ότι δυο μάτια είναι καρφωμένα πάνω μου... Φοβόμουν να γυρίσω.
Ένας σιγανός, μονότονος ήχος...
Γύρισα ξανά προς το παράθυρο. Αυτή τη φορά είδα πια καθαρά το παράθυρο.
Στη μέση ακριβώς του άδειου τοίχου, ένα μεγάλο φωτισμένο παράθυρο. Κι ένας ανεμιστήρας οροφής που γυρίζει προκαλώντας τον μονότονο θόρυβο.
Πάγωσα για άλλη μια φορά. Κι έμεινα στο παράθυρο, μισοκρυμμένη από τα στόρια να κοιτάω το φως.
Οι θόρυβοι της νύχτας άρχισαν να ξεχωρίζουν καλύτερα. Εκτός από τον ήχο του ανεμιστήρα, από το δωμάτιο έβγαινε μια απαλή μελωδία. Λίγες, επαναλαμβανόμενες νότες. Σα μουσικό κουτί...
Έψαξα για σκιές στο χώρο. Άρχισα να κοιτάω επίμονα στο παράθυρο περιμένοντας να δω κάποιον. Και ταυτόχρονα τρομοκρατημένη στην ιδέα να δω κάποιον.
Ένα αγριεμένο νιαούρισμα από κάπου μακριά έκανε την καρδιά μου να χτυπάει ακόμα πιο δυνατά. Πιο πολύ τρόμαζα τον εαυτό μου πλάθοντας εικόνες του μυστηριώδη ξένου. Που τον περίμενα να εμφανιστεί ξαφνικά στο φως. Κρατώντας ένα μαχαίρι. Φορώντας μια απαίσια μάσκα. Σχεδόν τον έβλεπα με τα μάτια της φαντασίας μου. Σχεδόν παρακαλούσα να εμφανιστεί επιτέλους και να δώσει τέλος στο μαρτύριο μου.
Και πράγματι δυο σκιές εμφανίστηκαν στο παράθυρο. Δυο άντρες που έμοιαζαν να παλεύουν. Ο ένας ήταν εμφανές ότι θα έχανε τη μάχη. Αντιστεκόταν όμως όσο μπορούσε. Καθυστερώντας το μοιραίο. Κάποια στιγμή όμως ο άλλος άντρας κατάφερε να τον πιάσει και να τον σηκώσει. Με φρίκη διαπίστωσα ότι προσπαθούσε να τον σηκώσει προς τον ανεμιστήρα. Κραυγές... Αίματα...
Τσίριξα...
Ξύπνησα το πρωί λουσμένη στον ιδρώτα. Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Ο τοίχος ήταν και πάλι άδειος. Το παράθυρο δεν υπήρχε πουθενά. Όνειρο…
Έπεισα τον εαυτό μου ότι ήταν όνειρο. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι;

Τρεις μέρες αργότερα, διαβάζοντας μια εφημερίδα, τα μάτια μου έπεσαν σε μια συγκεκριμένη είδηση. Τραγικό ατύχημα... Ανεμιστήρας οροφής... Συνέχισα να διαβάζω.
Είχε συμβεί σε άλλη περιοχή. Και σχεδόν όλα έδειχναν ότι ήταν ατύχημα. Για κάποιο λόγο όμως κάτι δε μου κολλούσε... Συνέχισα να κοιτάω το άρθρο. Υπήρχε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του χώρου. Σε μια γωνιά διέκρινα ένα μικρό μουσικό κουτί που είχε ανοίξει...

7.6.08

Το χέρι στο παράθυρο

Κάποιος ίσως με έλεγε ψυχωτική... Δεν είμαι όμως. Δεν αναβοσβήνω 13 φορές το διακόπτη του ρεύματος για να μην πεθάνει η οικογένειά μου. Ούτε ελέγχω 7 φορές την πόρτα πριν φύγω από το σπίτι.
Μπορεί καμιά φορά να προσέχω να μην πατάω τις γραμμές στο πεζοδρόμιο... Και να αθροίζω τα νούμερα στις πινακίδες των αυτοκινήτων. Και να θεωρώ τύχη να βρω τουλάχιστον μία με άθροισμα 18 μέχρι να φτάσω σπίτι. Κι ίσως καμιά φορά να έχω κάνει κανέναν κύκλο παραπάνω για να βρω τον πολυπόθητο συνδιασμό. Κατά προτίμηση με διπλά. Αλλά και μια ακολουθία 567 ή 3456 πάλι είναι καλή...
Αλλά δεν είμαι ψυχωτική.
Είναι παιχνίδια όλα αυτά.
Παιχνίδια δεν είναι;
Και αυτό με το στοιχειωμένο σπίτι παιχνίδι είναι. Φοβάμαι κάθε φορά που περνάω απ' έξω βράδυ. Και σκέφτομαι επίτηδες τρομαχτικές ιστορίες. Και σκέφτομαι ότι θα δω το χέρι στο παράθυρο. Μια ματωμένη παλάμη. Να εμφανίζεται στο δεξί παράθυρο του τελευταίου ορόφου. Να σέρνεται για λίγα δευτερόλεπτα πάνω στο σκονισμένο τζάμι και να χάνεται. Αφήνοντας ένα ματωμένο αποτύπωμα που δύσκολα διακρίνεται μέσα στο σκοτάδι.
Αυτό σκέφτομαι κάθε φορά που περνάω μπροστά από το σπίτι.
Και χτες το είδα.
Είδα πράγματι το χέρι. Τη ματωμένη παλάμη. Να σέρνεται για μερικά δευτερόλεπτα πάνω στο τζάμι. Και να χάνεται.
Έτριψα τα μάτια μου. Ξανακοίταξα στο παράθυρο. Το δεξί παράθυρο του τελευταίου ορόφου. Στη σκόνη νόμισα πως διέκρινα ίχνη από αίμα. Σταμάτησα και αφουγκράστηκα.
Κανένας ήχος δεν ερχόταν από το στοιχειωμένο σπίτι. Το λιγοστό φως δε μου επέτρεπε να δω καλά το παράθυρο. Οι σκιές έπαιζαν παιχνίδια με τα μάτια μου. Το μυαλό μου μου έπαιζε παιχνίδια. Δε μπορεί να είδα το χέρι. Το φαντάστηκα.
ΤΟ φαντάστηκα...
ΤΟ Φαντάστηκα...
ΤΟ ΦΑντάστηκα...
ΤΟ ΦΑΝτάστηκα...
ΤΟ ΦΑΝΤάστηκα...
ΤΟ ΦΑΝΤΑστηκα...
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣτηκα...


10.11.07

Broken Glass...

Είχε περάσει αρκετός καιρός αλλά εγώ μπορούσα να δω ακόμα τα σημάδια του πάνω της. Όχι, προς θεού... Δεν εννοώ χτυπήματα. Ποτέ του δεν τη χτύπησε. Την είχε όμως τσακίσει σε τόσους άλλους τομείς. Είχε τσακίσει την αυτοπεποίθηση της, το ηθικό της, την εικόνα που είχε για τον κόσμο.
Τόσους μήνες μετά δεν είχε ξαναβρεί τον παλιό της εαυτό. Κι ίσως να μην τον ξαναέβρισκε ποτέ.
"Πάντα παίρνουμε κάτι από τους ανθρώπους που συναναστρεφόμαστε", συνήθιζε να λέει, "και πάντα κι αυτοί παίρνουν κάτι από μας"...
Αυτός έμοιαζε να της έχει πάρει τα πάντα. Εξωτερικά ήταν η ίδια. Από μέσα όμως, από μέσα έμοιαζε κενή.
Κάθε της σκέψη, κάθε της κίνηση καθρέφτιζε αυτόν. Πίσω ακόμη κι από τις πιο απλές της συνήθειες κρυβόταν αυτός.
Είχα μάθει να τη διαβάζω τόσο καλά. Ακόμη κι οι πιο κρυφές της σκέψεις ήταν ορατές σε μένα. Κι ανησυχούσα. Προσπάθησα πολλές φορές να τη βοηθήσω. Να της μιλήσω. Να την κάνω επιτέλους να μιλήσει. Απέτυχα.
Την αγαπούσα όμως. Ήμουν ακόμα ερωτευμένος μαζί της. Κι ας έβλεπα ότι δεν υπήρχε πια περίπτωση να το καταλάβει. Κι ας ήξερα ότι εγώ ποτέ δε θα μπορούσα να της το πω...
Συνέχιζα να την αγαπάω και να ψάχνω στα λόγια της, στο βλέμμα της, την κοπέλα που ήξερα... Και μέρα με τη μέρα γινόταν όλο και πιο δύσκολο.

Ο κόμπος έφτασε στο χτένι ένα βράδυ Σαββάτου. Είχα πάει στο σπίτι της και την είχα βρει στη γνωστή της κακή διάθεση. Αράξαμε στον καναπέ βλέποντας μια ανόητη αμερικάνικη σειρά. Πρέπει να με πήρε ο ύπνος. Με ξύπνησε ο θόρυβος ενός ποτηριού που έσπαγε.
Στεκόταν στη μέση του δωματίου, με τα γυαλιά σκορπισμένα γύρω της. Τα χέρια της σφιγμένα σε γροθιές. Να τραντάζεται από τα νεύρα.
Προσπάθησα να την πάρω αγκαλιά, να την ηρεμήσω...
Αυτό φάνηκε να την εκνεύρισε ακόμα περισσότερο.
Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά λεπτά μέχρι να καταλάβω ότι εγώ ήμουν η αιτία του θυμού της.
Έχουν περάσει τρία χρόνια κι ακόμα δεν ξέρω γιατί._

5.9.07

Master Mind σε έξι κινήσεις...

Μπλε. Πράσσινο. Κόκκινο. Γαλάζιο.
2 μαύρα...

Το κεφάλι μου πονάει. Και βαριέμαι να σκεφτώ.

Μωβ. Μωβ. Κίτρινο. Κίτρινο.
1 λευκό...

Μια κίνηση που πάντα μετανιώνω. Δε μου αρέσει να ξοδεύω έτσι τις κινήσεις μου. Αλλά πραγματικά αυτή τη στιγμή δε μπορώ να σκεφτώ. Πραγματικά πονάει το κεφάλι μου. Και θα ήθελα να σηκωθώ από τον υπολογιστή. Αλλά δε μπορώ. Ψυχαναγκασμός; Ίσως;

Κίτρινο. Πράσινο. Κόκκινο. Μπλε.
1 μαύρο, ένα λευκό.

Γιατί το κίτρινο και όχι το μωβ;

Κίτρινο. Κόκκινο. Κόκκινο. Γαλάζιο.
2 μαύρα, ένα λευκό.

Γιατί το κίτρινο και όχι το μωβ;

Κίτρινο. Γαλάζιο. Κόκκινο. Γαλάζιο.
2 μαύρα, δύο λευκά.

Κι όμως... Ήταν το κίτρινο...
Το μυαλό μου δε συμφωνεί με τις κινήσεις των χεριών μου. Τα χέρια μου όμως έχουν πάρει πρωτοβουλία.
Μία κίνηση μένει. Να το λύσω. Να κλείσω επιτέλους το pc. Το κεφάλι μου θα σπάει.
Προσπαθώ να ελέγξω τις πάνω σειρές. Πρέπει να είναι απλό πλέον. Οι χρωματιστές τελείες μπερδεύονται.
Να το λύσω...
Να το κλείσω...

Γαλάζιο. Κίτρινο. Κόκκινο. Γαλάζιο.

Ναι.

You solved it in 6 moves.
Do you wish to play again?

Ναι.

Τα χέρια μου πήραν για άλλη μια φορά την πρωτοβουλία...

Μπλε. Πράσινο. Κόκκινο. Γαλάζιο.

I wish it was over...

3.9.07

Το ερειπωμένο σπίτι

Τρία πιτσιρίκια κλωτσάνε μια μπάλα έξω από το ερειπωμένο σπίτι. Κάθομαι απέναντι, μασουλώντας σποράκια και τα κοιτάω. Κοιτάω και το ρολόι μου. Έχει αργήσει.
Που και που η μπάλα ξεφεύγει και χώνεται στους θάμνους της αυλής. Τότε τα πιτσιρίκια κοιτιούνται με νόημα κι ένα από αυτά τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί, παίρνει τη μπάλα και γυρίζει στην ασφάλεια του δρόμου. Χωρίς να ρίξει μια δεύτερη ματιά στο σπίτι.
Έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει. Τα σποράκια έχουν σχηματίσει ένα βουναλάκι δίπλα μου. Δεν πρόκειται να έρθει...
Δε φεύγω όμως ακόμα. Μένω λίγο ακόμα εκεί, παρατηρώντας τα παιδιά.
Ένα κρατς κι έπειτα μια περίεργη παγωμάρα επικρατεί. Τα παιδιά έχουν σταματήσει να παίζουν. Η μπάλα έχει ξεφύγει για άλλη μια φορά. Έχει μπει στο σπίτι από το ανοιχτό παράθυρο.
Τα δυο παιδιά αρχίζουν να σκουντάνε το τρίτο. "Είναι η σειρά σου", του λένε. Το παιδί όμως δεν κουνιέται. Συνεχίζουν να το σπρώχνουν. Το σέρνουν σχεδόν μέχρι την καγκελόπορτα της αυλής. Το παιδί γατζώνεται από τα κάγκελα. Βάζει τα κλάματα.
Σηκώνομαι και πλησιάζω. Μπαίνω αποφασιστικά στην αυλή. Τα παιδιά κάνουν δυο βήματα πίσω και παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα. Το παιδί που μέχρι πριν λίγο έκλαιγε σκουπίζει τα μάτια του με την ανάστροφη της παλάμης.
Τα ψηλά χόρτα γαργαλάνε τα πόδια μου. Ελπίζω να μην έχει τσουκνίδες.
Κοιτάω το παράθυρο στο οποίο έπεσε η μπάλα. Δεν τη βλέπω. Πρέπει να έχει κυλίσει πιο μέσα. Δοκιμάζω την πόρτα. Είναι κλειδωμένη. Κάθομαι στο περβάζι του παραθύρου και μπαίνω στο σπίτι. Τα παπούτσια μου σηκώνουν ένα σύννεφο σκόνης. Βρίσκομαι σε ένα άδειο δωμάτιο.


Τα μάτια μου σιγά σιγά συνηθίζουν στο μισοσκόταδο του σπιτιού. Η ατμόσφαιρα είναι βαριά. Κλειστοφοβική.
Η μπάλα έχει κυλίσει στο βάθος. Σε ένα δεύτερο δωμάτιο. Προχωράω προς τα εκεί.
Πιάνω τη μπάλα.
Το δωμάτιο είναι κι αυτό άδειο. Σε μια γωνιά ένα μεταλλικό κουτί. Το παίρνω. Το ανοίγω. Φωτογραφίες και χαρτιά. Γράμματα. Μερικές κάρτες. Ένα κομμάτι φιλμ. Το σηκώνω και το κοιτάω στο λιγοστό φως που μπαίνει από το παράθυρο.
Μια παρέα που παίζει με μια μπάλα. Μια μπάλα που πέφτει στο ανοιχτό παράθυρο. Μια κοπέλα που πάει να την πιάσει. Ένα κουτί με φωτογραφίες. Η τελευταία στάση είναι καμμένη.
Ένας μεταλλικός ήχος ακούγεται πίσω μου. Γυρνάω απότομα. Ένας άντρας στέκεται στο άνοιγμα της πόρτας. Στα χέρια του κρατάει μια φωτογραφική μηχανή. Και ξέρω ότι έχει άλλη μια πόζα. Μία τελευταία πόζα...

Μια σούπερ ατυχία

Μια φορά και έναν καιρό, όχι πολύ παλιά και όχι πολύ μακριά από εδώ, ζούσε ένα αγόρι, που το έλεγαν Σπύρο. Ο Σπύρος ήταν ένα αγόρι σχεδόν ...