DM: Στο 17 παίζει... ο μάγος. Αλκιβιάδη, τι κάνεις;
Μάγος (κρατώντας ένα κατοστάπλευρο στο χέρι): Picatsu! Διαλέγω εσένα!


Παράλογες (;) σκέψεις
Κουρασμένη από το κλάμα και την άσκοπη κάθοδο πρέπει να αποκοιμήθηκε. Ξύπνησε και πάλι πιασμένη, στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας χωρίς να μπορεί να υπολογίσει πόση ώρα είχε περάσει. Μόνο το στομάχι της που διαμαρτυρόταν ολοένα και πιο έντονα της έδινε μια υποτυπώδη αίσθηση του χρόνου.
Σκέφτηκε να κατέβει μερικούς ορόφους ακόμη. Πήγε να σηκωθεί και ξανακάθησε. Έβγαλε το βραχιόλι από το χέρι της, το έπαιξε νευρικά στα δάχτυλά της και τελικά το άφησε σε ένα σκαλοπάτι. "Λες;" μουρμούρισε. Και συμπλήρωσε "Πρέπει να σταματήσω να μιλάω μόνη μου. Είναι ανόητο!"
Σηκώθηκε αποφασιστικά και κατέβηκε έναν όροφο. Κοίταξε αν το βραχιόλι βρισκόταν εκεί. Προφανώς και όχι! Αφού το είχε αφήσει στον πάνω όροφο! Αν υπήρχε κόσμος τριγύρω πιθανότατα να κοκκίνιζε. Τώρα απλά ανέβηκε βαριεστημένα να το μαζέψει. "Πρέπει να κόψω τα RPG... Και το πολύ Science Fiction..." είπε, μιλώντας για άλλη μια φορά στον εαυτό της.
Κατέβηκε τρεις ακόμη ορόφους. Καμιά αλλαγή. Κι εδώ υπήρχαν δυο πόρτες, το χαλασμένο ασανσέρ, ένα παράθυρο που δεν άνοιγε...
Δοκίμασε τα κουδούνια χωρίς μεγάλες ελπίδες. Έκανε το ίδιο και για τους επόμενους τρεις ορόφους. Στην τελευταία πόρτα τα νεύρα της τεντώθηκαν. Άρχισε να την κλωτσάει. Έπεσε πάνω της με όλη της τη δύναμη. "Σκατά!", στις ταινίες φαίνεται τόσο εύκολο... Στην πράξη δεν κατάφερε να σπάσει ούτε ένα μεντεσέ. Και σίγουρα θα αποκτούσε μερικές εντυπωσιακές μελανιές. Έριξε μια τελευταία κλωτσιά και σωριάστηκε στο πάτωμα μπροστά στην πόρτα...
Κρίση πανικού
"Οκ... Δε μπορεί να συμβαίνει αυτό..." μονολόγησε. Πάτησε νευρικά το κουμπί του ασανσέρ τέσσερις πέντε φορές. Καμία αλλαγή. Κλότσησε εκνευρισμένη την πόρτα. Πήγε στο παράθυρο του φωταγωγού. Δεν άνοιγε. Φαινόταν να είναι φτιαγμένο ώστε να μην ανοίγει. Κόλλησε τη μύτη της στο τζάμι, χωρίς όμως να καταφέρει να δει κάτω. Το χτύπησε με τη γροθιά της. Το μόνο που κατάφερε ήταν να χτυπήσει λίγο.
Κατέβηκε άλλους δυο ορόφους. Δεν είχε νόημα. Έπρεπε να μάθει που διάολο βρισκόταν. Ας χτύπαγε ένα από τα κουδούνια...
Στάθηκε μπροστά σε μία από τις πόρτες. Έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα με το χέρι πάνω στο κουδούνι χωρίς να αποφασίζει να το πατήσει.
"Ντλιιιιιιν ντλοοοοον..." ακούστηκε ο εκνευριστικός του ήχος. Κράτησε την ανάσα της. Προσπάθησε να σκεφτεί ένα λογικό τρόπο να εξηγήσει την κατάστασή της σε όποιον άνοιγε την πόρτα. Μετά σκέφτηκε πώς μπορεί να ήταν αυτός ο κάποιος που μπορεί να άνοιγε την πόρτα. Και φυσικά, αν τελικά θα άνοιγε κάποιος την πόρτα. Ή κάτι. Και τι διαθέσεις θα είχε αυτό το κάτι. Στα δέκατα του δευτερολέπτου που χρειάστηκε για να τα σκεφτεί όλα αυτά κατάφερε να πανικοβληθεί. Ήταν έτοιμη να κάνει μεταβολή και να αρχίσει να κουτρουβαλάει τις σκάλες. Και το έκανε.
Όταν σταμάτησε να τρέχει είχε χάσει πια το μέτρημα. Είχε λαχανιάσει. Η καρδιά της χτύπαγε σαν τρελή. Κατέρρευσε στα σκαλιά. Όταν πλέον συνήλθε κάπως ένιωσε ανόητη. Τρόμαζε τον εαυτό της χωρίς λόγο. Μπορούσε να συνεχίσει να κατεβαίνει σκάλες ή μπορούσε απλά να χτυπήσει μια πόρτα και να μάθει. Ξανασηκώθηκε και πήγε αποφασιστικά προς μία από τις πόρτες. Πάτησε το κουδούνι και άκουσε για άλλη μια φορά το εκνευριστικό του κουδούνισμα. Πίεσε τον εαυτό της να παραμείνει ψύχραιμη. Προσπάθησε να ακούσει. Κανένας θόρυβος δεν ακουγόταν από το διαμέρισμα. Χτύπησε το διπλανό. Τίποτε. Έκανε το ίδιο και με τα διαμερίσματα των επόμενων τριών ορόφων. Καμιά απάντηση. Κανένας ήχος...
Ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Έβαλε τις φωνές. Άκουσε τη φωνή της να αντηχεί στο χώρο μέχρι που σταμάτησε κι αυτή.
What the f*ck ???
Ξύπνησε πιασμένη και με τρελό πονοκέφαλο. Κοίταξε τριγύρω. Βρισκόταν στις σκάλες μιας πολυκατοικίας. "Πω, τι ήπιαμε χτες..." μουρμούρισε ενώ προσπάθησε να ανασηκωθεί. Έψαξε την τσάντα της. Δεν ήταν πουθενά. "Φτου!" Είχε το κινητό της μέσα, μια παντόφλα ευτυχώς - που έτσι κι αλλιώς ήταν ώρα να το ξεφορτωθεί, τα κλειδιά της, τα λεφτά για το νοίκι.... "Σκατά!" Κι ένα σωρό άλλα πράγματα που όσο θα τα θυμόταν θα καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που ήπιε εκείνα τα σφηνάκια.
Τεντώθηκε και σηκώθηκε. Άρχισε να κατεβαίνει. Σίγουρα δεν ήταν στη δική της πολυκατοικία. "Τι διάολο..." Πώς είχε βρεθεί εδώ;
Κατέβηκε δυο ορόφους νοιώθοντας τελείως ξύπνια πλέον. Κατέβηκε άλλους τρεις ορόφους ενώ ήδη ονειρευόταν ζεστό καφέ και τυρόπιτα. Το στομάχι της ήταν πραγματικά χάλια. Κατέβηκε χοροπηδώντας τα σκαλιά ενός ακόμη ορόφου... "Τι διάολο;" μουρμούρισε πάλι. "Γιατί ανέβηκα μέχρι εδώ πάνω;" Προσπάθησε να δει πόσοι ακόμη όροφοι υπήρχαν προς τα κάτω. Δεν έβγαλε κανένα συμπέρασμα. Βαριεστημένα πήγε προς το ασανσέρ. Πάτησε το κουμπί. Κανένα φωτάκι δεν άναψε. Τράβηξε την πόρτα. Δεν άνοιγε. Κατέβασε μερικά καντήλια και ξαναπήγε στις σκάλες.
Είχε κατέβει δέκα ορόφους και ακόμα δεν είχε φτάσει κάτω...