17.11.09

Fun (reaaaaally fun) session DnD...

Κατά τη διάρκεια μάχης, κι ενώ το half-orc και ένα αόρατο halfling τσοπάρουν, ο μάγος και ο druid της παρέας έχουν αράξει στα μετόπισθεν...

DM: Στο 17 παίζει... ο μάγος. Αλκιβιάδη, τι κάνεις;
Μάγος (κρατώντας ένα κατοστάπλευρο στο χέρι): Picatsu! Διαλέγω εσένα!

15.11.09

Θα αγόραζες ποτέ αυτοκίνητο από το Super Market;

Τότε γιατί αγοράζεις υπολογιστή;;;

13.11.09

Παίζοντας TABOO...

- Η Microsoft φτιάχνει λειτουργικό για...........
- Τον π**τσο!

28.9.09

Τι σκέφτεσαι; #4

Σκέφτομαι ότι όταν φοράς μάσκαρα και μολύβι κλαις πράγματι με μαύρο δάκρυ...

19.9.09

Τι σκέφτεσαι; #3

Ό,τι δεν καταλαβαίνουμε εμείς το λέμε κινέζικο... Οι Άγγλοι το λένε ελληνικό... Οι Κινέζοι πως το λένε;

Curiosity killed the cat (?)

Αισθανόμουν άβολα. Πάντα αισθανόμουν άβολα όταν με άφηναν μόνη σε ένα ξένο σπίτι. Ακόμη κι αν ο οικοδεσπότης είχε απλά πεταχτεί μέχρι το περίπτερο. Εγώ ποτέ δε θα άφηνα κάποιον μόνο του στο δικό μου σπίτι. Δε μου άρεσε η ιδέα ότι αυτός ο κάποιος θα μπορούσε να ανοίξει τα συρτάρια μου. Να περιπλανηθεί στο σπίτι μου αγγίζοντας τα πράγματα μου. Ανακατεύοντας χαρτιά, ανοίγοντας κλειστές πόρτες.
Και να που τώρα ήμουν μόνη στο σπίτι του Χ. "Σε πέντε λεπτά θα είμαι πίσω" μου είπε και έφυγε τρέχοντας πριν προλάβω να διαμαρτυρηθώ. Έμεινα καθισμένη στον καναπέ. Κοιτώντας τον απέναντι τοίχο. Σταύρωσα τα πόδια μου. Ένα μικρό τρίξιμο ακούστηκε από το ξύλινο πάτωμα. Κράτησα την ανάσα μου. Προσπάθησα να μείνω τελείως ακίνητη. Αισθανόμουν σαν να είχαν περάσει αιώνες από τη στιγμή που έφυγε. Κοίταξα το ρολόι. Δεν είχαν περάσει παρά τρία τέσσερα λεπτά. Μετακινήθηκα πάλι λίγο στον καναπέ.
Ωχ... Ήθελα να πάω στο μπάνιο. Ήξερα που είναι. Σε αυτό το σπίτι είχα έρθει άλλωστε πολλές φορές. Αλλά δε μου άρεσε η ιδέα να σηκωθώ όσο αυτός έλειπε. Προσπάθησα να κρατηθώ. Μάταιος κόπος. Θα ήταν άραγε τόσο κακό να σηκωθώ να πάω μέχρι το μπάνιο;
Σηκώθηκα. Έμεινα όρθια, στην ίδια θέση, για ένα λεπτό, ελπίζοντας ότι να, τώρα θα ανοίξει η πόρτα και θα επιστρέψει. Όμως όχι, ο Χ. δε γύριζε... Πήγα προς το μπάνιο. Με όσο πιο ανάλαφρα βήματα μπορούσα. Και νοιώθοντας τους παλμούς μου να αυξάνονται.
Τα ντουλαπάκια του μπάνιου με προκαλούσαν. Για κάποιο άγνωστο λόγο είχα μια επιθυμία να τα ανοίξω. Τι περίμενα να βρω; Γιατί γινόμουν τόσο ανόητη; Τόσο αδιάκριτη; Κατανίκησα την περιέργεια μου και γύρισα στο σαλόνι. Κάθισα στη θέση μου για πέντε περίπου λεπτά, αδειάζοντας το μυαλό μου. Κοίταξα το ρολόι. Που ήταν επιτέλους;
Έριξα μια ματιά στη βιβλιοθήκη. Δε φορούσα τα γυαλιά μου και δε μπορούσα να διαβάσω τους τίτλους. Να σηκωθώ; Ξανακοίταξα το ρολόι. Κοίταξα το δευτερολεπτοδείκτη μέχρι να κάνει μια πλήρη περιστροφή. Κι έπειτα άλλη μία. Σηκώθηκα. Πλησίασα τη βιβλιοθήκη και άρχισα να διαβάζω τους τίτλους των βιβλίων. Πέρασα το δάχτυλο μου από τη ράχη ενός λεξικού. Κοίταξα το δάχτυλο μου. Τι έψαχνα;
Νόμισα ότι άκουσα έναν ήχο στην πόρτα. Κράτησα την ανάσα μου. Οι χτύποι της καρδιάς μου έγιναν πιο δυνατοί. Να γυρίσω γρήγορα στον καναπέ; Ή αυτό θα φαινόταν πιο περίεργο; Αποφάσισα να μείνω εκεί. Θα του έλεγα ότι σηκώθηκα να ρίξω μια ματιά στα βιβλία. Και αυτό δεν έκανα άλλωστε;
Μια πόρτα ακούστηκε να κλείνει. Τελικά πρέπει να ήταν κάποιος γείτονας...
Γύρισα στον καναπέ. Δε μπορούσα όμως να χαλαρώσω. Ξανασηκώθηκα και πήρα ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη. Ήταν το "Όνομα του Ρόδου", του Έκο. Το ήξερα απ' έξω αυτό το βιβλίο. Το ξεφύλλισα αναζητώντας την περιγραφή της βιβλιοθήκης. Διάβασα μερικά κομμάτια στην τύχη. Διάβασα ξανά το τέλος.
Όταν σήκωσα τα μάτια μου είχε σκοτεινιάσει. Μα, που ήταν επιτέλους; Πλέον αισθανόμουν πιο άνετα στο σπίτι. Ακούμπησα το βιβλίο στον καναπέ και σηκώθηκα να ανάψω το φως. Έκανα μια βόλτα στο χώρο. Έριξα μια ματιά στον καθρέφτη. Ίσιωσα τον πάκο με τα φυλλάδια δίπλα στο τηλέφωνο. Σήκωσα το τηλέφωνο, το έφερα στο αυτί μου. Τι έκανα; Γύρισα στον καναπέ, πήρα το κινητό από την τσάντα μου και κάλεσα το κινητό του Χ.
Από το δίπλα δωμάτιο ακούστηκε ένα κινητό να χτυπάει. Όχι... Δεν το είχε πάρει μαζί του. Έκλεισα το κινητό και ο ήχος σταμάτησε. Πήγα προς την κουζίνα. Το κινητό του ήταν πράγματι ακουμπισμένο στο τραπέζι. "1 αναπάντητη κλήση" έγραφε στην οθόνη. Το πήρα στα χέρια μου, το ξεκλείδωσα. Κλίκαρα μέχρι να εμφανιστεί το νούμερό μου στην οθόνη. Το ξανακλείδωσα και το άφησα στο τραπέζι.
Άνοιξα το ψυγείο και έριξα μια αφηρημένη ματιά. Μύρισα το κουτί με το χυμό. Μέτρησα τα αυγά. Έκλεισα το ψυγείο και γύρισα στο σαλόνι, στον καναπέ. Ξανασηκώθηκα για να πάω στο μπαλκόνι. Έριξα μια ματιά στο δρόμο. Ένα αυτοκίνητο πέρασε. Σε λίγο άλλο ένα. Ένα μηχανάκι. Έμεινα εκεί μέχρι που μέτρησα δέκα αυτοκίνητα. Ξαναμπήκα μέσα. Πήγα μέχρι την εξώπορτα και την άνοιξα. Την ξανάκλεισα. Γύρισα στον καναπέ. Έπιασα ένα από τα τετράδια που ήταν πάνω στο τραπεζάκι. Σημειώσεις για τη σχολή. Το τηλέφωνο κάποιου Νίκου. Αφηρημένα σχέδια. Η λέξη "κοινόχρηστα" κυκλωμένη πέντε-έξι φορές...
Ωχ! Είχα κάνει χαζομάρα με το κινητό... Αν ο Χ. έβλεπε στις κλήσεις του τον αριθμό μου; Αν καταλάβαινε ότι είχα ανοίξει το κινητό του; Πήγα μέχρι την κουζίνα και το πήρα. Μπήκα στο αρχείο των κλήσεων με χέρια που έτρεμαν και έψαξα να δω αν μπορούσα να τη σβήσω. Ουφ! Ευτυχώς τα κατάφερα. Ξανακλείδωσα το κινητό και το άφησα στη θέση του.
Ξαναέπιασα το κινητό. Μπήκα στα μηνύματα. Διάβασα μερικά. Δε βρήκα τίποτε ιδιαίτερο. Ένα δικό μου μήνυμα, μερικά μηνύματα από τον κολλητό του, την Μαρία και κάποια Γιώτα που του έλεγε ότι θα αργήσει δέκα λεπτά γιατί έχασε το λεωφορείο…
Άνοιξα το φάκελο με τα εξερχόμενα. Το πιο πρόσφατο έγραφε «Είναι εδώ. Θα της πω ότι πρέπει να λείψω για πέντε λεπτά. Έλα.»
Πέταξα το κινητό στο πάτωμα και έτρεξα στο σαλόνι. Άρπαξα την τσάντα μου, άνοιξα την εξώπορτα και έτρεξα στις σκάλες αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα πίσω μου. Φτάνοντας στο ισόγειο άκουσα την πόρτα του ασανσέρ να ανοίγει μερικούς ορόφους πιο πάνω. «Που πήγε η καριόλα;» ακούστηκε μια φωνή.
Δεν περίμενα να ακούσω άλλα. Άρχισα να τρέχω.

24.7.09

Ας γράψουμε μια ιστορία - Μέρος 3ο

Πόσο καιρό ξέχασα την ηρωίδα μου στις... σκάλες; Ας την κατεβάσουμε μερικούς ορόφους παρακάτω. Κι ας κάνουμε μερικές..

Παράλογες (;) σκέψεις

Κουρασμένη από το κλάμα και την άσκοπη κάθοδο πρέπει να αποκοιμήθηκε. Ξύπνησε και πάλι πιασμένη, στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας χωρίς να μπορεί να υπολογίσει πόση ώρα είχε περάσει. Μόνο το στομάχι της που διαμαρτυρόταν ολοένα και πιο έντονα της έδινε μια υποτυπώδη αίσθηση του χρόνου.
Σκέφτηκε να κατέβει μερικούς ορόφους ακόμη. Πήγε να σηκωθεί και ξανακάθησε. Έβγαλε το βραχιόλι από το χέρι της, το έπαιξε νευρικά στα δάχτυλά της και τελικά το άφησε σε ένα σκαλοπάτι. "Λες;" μουρμούρισε. Και συμπλήρωσε "Πρέπει να σταματήσω να μιλάω μόνη μου. Είναι ανόητο!"
Σηκώθηκε αποφασιστικά και κατέβηκε έναν όροφο. Κοίταξε αν το βραχιόλι βρισκόταν εκεί. Προφανώς και όχι! Αφού το είχε αφήσει στον πάνω όροφο! Αν υπήρχε κόσμος τριγύρω πιθανότατα να κοκκίνιζε. Τώρα απλά ανέβηκε βαριεστημένα να το μαζέψει. "Πρέπει να κόψω τα RPG... Και το πολύ Science Fiction..." είπε, μιλώντας για άλλη μια φορά στον εαυτό της.
Κατέβηκε τρεις ακόμη ορόφους. Καμιά αλλαγή. Κι εδώ υπήρχαν δυο πόρτες, το χαλασμένο ασανσέρ, ένα παράθυρο που δεν άνοιγε...
Δοκίμασε τα κουδούνια χωρίς μεγάλες ελπίδες. Έκανε το ίδιο και για τους επόμενους τρεις ορόφους. Στην τελευταία πόρτα τα νεύρα της τεντώθηκαν. Άρχισε να την κλωτσάει. Έπεσε πάνω της με όλη της τη δύναμη. "Σκατά!", στις ταινίες φαίνεται τόσο εύκολο... Στην πράξη δεν κατάφερε να σπάσει ούτε ένα μεντεσέ. Και σίγουρα θα αποκτούσε μερικές εντυπωσιακές μελανιές. Έριξε μια τελευταία κλωτσιά και σωριάστηκε στο πάτωμα μπροστά στην πόρτα...

9.7.09

Η κατάρα (;) της τσιγγάνας και ο ευγενικός ταρίφας....

Πιστεύετε στις κατάρες;
Στις κατάρες της τσιγγάνας;

"Ασήμωσε κούκλα μου να σου πω ποιος σε αγαπά..."
"Πάρε ένα λουλουδάκι, ομορφούλα μου εσύ!"

Όχι ρε παιδιά... Δεν πιστεύω! Και δεν τις φοβάμαι τις κατάρες! Μέχρι σήμερα τουλάχιστον...
Τη συγκεκριμένη τσιγγάνα την έχω πετύχει τρεις τέσσερις φορές, Κουκάκι, Πετράλωνα, Ψυρρή... Πάντα πουλάει λουλούδια και πάντα με ζαλίζει. Σήμερα την πέτυχα στο Κουκί.
"Πάρε ένα λουλουδάκι ομορφούλα" και "Μάζεψε τα μαλλιά σου από το πρόσωπό σου".
Μου αφήνει τα λουλούδια στο τραπέζι. Οι κλασσικές δικαιολογίες "Δεν έχω λεφτά", "Αλήθεια", "Έχω μόνο 5 ευρώ για το ποτό"... Αφήστε δηλαδή που δεν είναι και ψέμα... Πολλές αφραγκιές τελευταία...
Κάθεται λίγο ακόμα πάνω από το κεφάλι μου και τελικά φεύγει αφήνοντας και τα λουλούδια! (πρώτη φορά μου συμβαίνει να μου τα αφήσουν τα λουλούδια)

Δεν περνάνε δέκα λεπτά που έφυγε η τσιγγάνα, πάω να ανάψω τσιγάρο και αρπάζει φωτιά το μαλλί μου! Παραλίγο να κάνω emo φράντζα!

Είναι τυχαίο αυτό δηλαδή; Μου είπε να μαζέψω τα μαλλιά μου και λίγο αργότερα παραλίγο να γίνω παρανάλωμα του πυρρός;!



Τα λουλούδια πάντως τα κράτησα... Ίσως χρειαστεί να τα κάψω για να φύγει η κατάρα;
(καλύτερα να σταματήσω να βλέπω supernatural...)

Ο ταξιτζής του τίτλου που κολλάει θα μου πείτε;
Α, αυτό ήταν το επόμενο παράδοξο της σημερινής ημέρας!
Είναι αδύνατο να μετρήσω πόσες φορές οι ταξιτζήδες μου κρατάνε 20 λεπτά παραπάνω και το θεωρούν δεδομένο. Τις φορές όμως που μου χαρίζουν έστω και πέντε λεπτά τις θυμάμαι!
Ο σημερινός όμως έσπασε ρεκόρ! Το ταξίμετρο έγραφε 5.45... Του έδωσα ένα τάληρο και ένα ευρώ και... μου έδωσε το ευρώ πίσω!!! Μου χάρισε 45 λεπτά και ΟΧΙ γιατί του έδωσα 20άρικο και βαριόταν να ψάχνει...

No comment..........

3.3.09

Big Brother...

- Άσε, στη δουλειά έχουμε γίνει Big Brother!
- Τι; Σας έβαλαν κάμερες;
- Όχι, αλλά κάθε βδομάδα έχουμε και μια αποχώρηση!

28.2.09

Ας γράψουμε μια ιστορία - Μέρος 2ο

Για να δούμε πόσο συνεπής θα είμαι στο νέο μου σχέδιο. Άλλο ένα κεφάλαιο της ιστορίας έχει γραφτεί. Η ηρωίδα βρίσκεται στα πρόθυρα νευρικής κρίσης...

Η εκδοχή του zero2one έχει αρχίσει να γράφεται σαν ανεξάρτητη ιστορία... Δεν έχει διακλαδώσεις και θα δημοσιευτεί αφού τελειώσουμε με αυτήν εδώ.
Κάποιες από τις ιδέες που δόθηκαν στο προηγούμενο δεν έχουν χρησιμοποιηθεί. Ακόμα! ;)


Κρίση πανικού

"Οκ... Δε μπορεί να συμβαίνει αυτό..." μονολόγησε. Πάτησε νευρικά το κουμπί του ασανσέρ τέσσερις πέντε φορές. Καμία αλλαγή. Κλότσησε εκνευρισμένη την πόρτα. Πήγε στο παράθυρο του φωταγωγού. Δεν άνοιγε. Φαινόταν να είναι φτιαγμένο ώστε να μην ανοίγει. Κόλλησε τη μύτη της στο τζάμι, χωρίς όμως να καταφέρει να δει κάτω. Το χτύπησε με τη γροθιά της. Το μόνο που κατάφερε ήταν να χτυπήσει λίγο.
Κατέβηκε άλλους δυο ορόφους. Δεν είχε νόημα. Έπρεπε να μάθει που διάολο βρισκόταν. Ας χτύπαγε ένα από τα κουδούνια...
Στάθηκε μπροστά σε μία από τις πόρτες. Έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα με το χέρι πάνω στο κουδούνι χωρίς να αποφασίζει να το πατήσει.
"Ντλιιιιιιν ντλοοοοον..." ακούστηκε ο εκνευριστικός του ήχος. Κράτησε την ανάσα της. Προσπάθησε να σκεφτεί ένα λογικό τρόπο να εξηγήσει την κατάστασή της σε όποιον άνοιγε την πόρτα. Μετά σκέφτηκε πώς μπορεί να ήταν αυτός ο κάποιος που μπορεί να άνοιγε την πόρτα. Και φυσικά, αν τελικά θα άνοιγε κάποιος την πόρτα. Ή κάτι. Και τι διαθέσεις θα είχε αυτό το κάτι. Στα δέκατα του δευτερολέπτου που χρειάστηκε για να τα σκεφτεί όλα αυτά κατάφερε να πανικοβληθεί. Ήταν έτοιμη να κάνει μεταβολή και να αρχίσει να κουτρουβαλάει τις σκάλες. Και το έκανε.
Όταν σταμάτησε να τρέχει είχε χάσει πια το μέτρημα. Είχε λαχανιάσει. Η καρδιά της χτύπαγε σαν τρελή. Κατέρρευσε στα σκαλιά. Όταν πλέον συνήλθε κάπως ένιωσε ανόητη. Τρόμαζε τον εαυτό της χωρίς λόγο. Μπορούσε να συνεχίσει να κατεβαίνει σκάλες ή μπορούσε απλά να χτυπήσει μια πόρτα και να μάθει. Ξανασηκώθηκε και πήγε αποφασιστικά προς μία από τις πόρτες. Πάτησε το κουδούνι και άκουσε για άλλη μια φορά το εκνευριστικό του κουδούνισμα. Πίεσε τον εαυτό της να παραμείνει ψύχραιμη. Προσπάθησε να ακούσει. Κανένας θόρυβος δεν ακουγόταν από το διαμέρισμα. Χτύπησε το διπλανό. Τίποτε. Έκανε το ίδιο και με τα διαμερίσματα των επόμενων τριών ορόφων. Καμιά απάντηση. Κανένας ήχος...
Ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Έβαλε τις φωνές. Άκουσε τη φωνή της να αντηχεί στο χώρο μέχρι που σταμάτησε κι αυτή.

25.2.09

Ας γράψουμε μια ιστορία - Μέρος 1ο

Πόσες φορές, διαβάζοντας ένα βιβλίο, δε θα θέλατε να ψιθυρίσετε κάτι στο αυτί του ήρωα, να τον συμβουλέψετε, να του πείτε "ψιτ; φίλε; λάθος πας!"; Να επέμβετε στην ιστορία και - γιατί όχι; - να την αλλάξετε;

Τι θα λέγατε λοιπόν να γράψουμε μαζί μια ιστορία;

Στο τέλος κάθε μέρους θα προτείνετε εσείς τι θέλετε να κάνει η ηρωίδα. Θα ψηφίζετε, θα το κουβεντιάζετε κι αυτή θα κάνει ό,τι τελικά αποφασίσετε! Τι λέτε;

Η ιστορία δεν έχει ακόμα τίτλο. Σιγά σιγά θα τον βρούμε κι αυτόν!

Προς το παρόν μπορείτε να διαβάσετε το πρώτο μέρος:

What the f*ck ???

Ξύπνησε πιασμένη και με τρελό πονοκέφαλο. Κοίταξε τριγύρω. Βρισκόταν στις σκάλες μιας πολυκατοικίας. "Πω, τι ήπιαμε χτες..." μουρμούρισε ενώ προσπάθησε να ανασηκωθεί. Έψαξε την τσάντα της. Δεν ήταν πουθενά. "Φτου!" Είχε το κινητό της μέσα, μια παντόφλα ευτυχώς - που έτσι κι αλλιώς ήταν ώρα να το ξεφορτωθεί, τα κλειδιά της, τα λεφτά για το νοίκι.... "Σκατά!" Κι ένα σωρό άλλα πράγματα που όσο θα τα θυμόταν θα καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που ήπιε εκείνα τα σφηνάκια.
Τεντώθηκε και σηκώθηκε. Άρχισε να κατεβαίνει. Σίγουρα δεν ήταν στη δική της πολυκατοικία. "Τι διάολο..." Πώς είχε βρεθεί εδώ;
Κατέβηκε δυο ορόφους νοιώθοντας τελείως ξύπνια πλέον. Κατέβηκε άλλους τρεις ορόφους ενώ ήδη ονειρευόταν ζεστό καφέ και τυρόπιτα. Το στομάχι της ήταν πραγματικά χάλια. Κατέβηκε χοροπηδώντας τα σκαλιά ενός ακόμη ορόφου... "Τι διάολο;" μουρμούρισε πάλι. "Γιατί ανέβηκα μέχρι εδώ πάνω;" Προσπάθησε να δει πόσοι ακόμη όροφοι υπήρχαν προς τα κάτω. Δεν έβγαλε κανένα συμπέρασμα. Βαριεστημένα πήγε προς το ασανσέρ. Πάτησε το κουμπί. Κανένα φωτάκι δεν άναψε. Τράβηξε την πόρτα. Δεν άνοιγε. Κατέβασε μερικά καντήλια και ξαναπήγε στις σκάλες.
Είχε κατέβει δέκα ορόφους και ακόμα δεν είχε φτάσει κάτω...




Η ηρωίδα μας, μπερδεμένη, αγανακτισμένη και με το στομάχι να διαμαρτύρεται μετά τις χτεσινοβραδινές τεκίλες έχει καθήσει στα σκαλιά...
Τι θα κάνει μετά; Ή - πιο σωστά - τι να κάνει μετά;

11.2.09

Τι σκέφτεσαι; #2

Ποιό το νόημα να το λένε hands free όταν όλοι χρησιμοποιούν και τα δυο τους χέρια όταν μιλάνε;