gravatar

Σελίδα λευκή

Διαγωνισμός ΛόγωΤέχνης 2013

Η αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία προώθησης πολιτισμού Artspot προκηρύσσει τον 4ο Ηλεκτρονικό Διαγωνισμό Διηγήματος «ΛογωΤέχνης 2013», με την υποστήριξη των Εκδόσεων Μεταίχμιο.

Το θέμα του διαγωνισμού είναι ελεύθερο, όμως οι συμμετέχοντες θα πρέπει να συμπεριλάβουν στην πλοκή του διηγήματός τους τις ακόλουθες επτά συγκεκριμένες λέξεις (σε οποιαδήποτε πτώση ή αριθμό):

Δρόμος, Ηδονή, Λιμάνι, Κεχριμπάρι, Ταξίδι, Γέρος, Καλοκαίρι   (Οι λέξεις περιέχονται στο ποίημα «Ιθάκη» του Κ.Π. Καβάφη).



Σελίδα λευκή

Πάντα της άρεσε να γράφει. Είχε ανάγκη να γράφει. Δε μπορούσε να αντισταθεί στο λευκό χαρτί.
Κανένα χαρτί δεν έπρεπε να είναι λευκό. Ο προορισμός του ήταν να γραφτεί, να μουτζουρωθεί, να ζωγραφιστεί. Το χαρτί παρακαλούσε το στυλό να χαράξει πάνω του γραμμές, γράμματα, σχήματα. Λέξεις, σκέψεις, ιδέες... Κι εκείνη υπάκουα έγραφε. Ζωγράφιζε, μουτζούρωνε.
Από τότε που θυμάται τον εαυτό της γέμιζε σελίδες ολόκληρες καθημερινά. Σκέψεις, ευφυολογήματα της στιγμής, μισοτελειωμένα διηγήματα, ιστορίες τρόμου. Κι όλα τα καταχώνιαζε στα συρτάρια της. Στον πάτο της τσάντας της. Σε ντοσιέ και φακέλους.
Το όνειρό της ήταν να γράψει κάτι ολοκληρωμένο. Κάτι που να αξίζει να δημοσιευτεί. Κάτι που να μπορέσει να ξεφύγει από τα συρτάρια και τις στοίβες με τα υπόλοιπα χαρτιά. Και να βρει το δρόμο του. Να διαβαστεί.
Αυτή ήταν η Ιθάκη της. Και γι αυτό έγραφε. Κάθε μέρα έγραφε, στρώνοντας το δρόμο προς το νησί με ατέλειωτες αράδες.

Μέχρι που μια μέρα δε μπορούσε να γράψει άλλο.

Εκείνο το πρωί αφηρημένα ζωγράφιζε αστεράκια χωρίς να μπορεί να βγάλει από μέσα της ούτε μια πρόταση. Ούτε καν μια λέξη. Τσαλάκωσε το χαρτί και το πέταξε εκνευρισμένη. Όλη τη βδομάδα δεν έγραψε τίποτε. Το πρωί του Σαββάτου αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να πάρει ακραία μέτρα. Είχε έρθει η ώρα να δοκιμάσει και πάλι την παλιά γραφομηχανή. Έφτιαξε καφέ, έβαλε μουσική και άναψε τσιγάρο. Κάθησε στο γραφείο. Τα δάχτυλα της χάιδεψαν τα πλήκτρα. Ένοιωσε τις λέξεις έτοιμες να ξεχυθούν από μέσα της και να γεμίσουν τη σελίδα.

Ο καφές είχε τελειώσει. Η μουσική είχε πια γίνει ένα με τους ήχους του δρόμου. Το πακέτο είχε αδειάσει. Η σελίδα ήταν ακόμα λευκή. Κοιτούσε την άδεια σελίδα και τη μελανοταινία που ετοιμαζόταν να αφήσει τα χνάρια της στο λευκό χαρτί. Πάτησε τα πλήκτρα με δύναμη. Μια ασυνάρτητη ακολουθία γραμμάτων άρχισε να γεμίζει το χαρτί. Ένα πρόσκαιρο κύμα ανακούφισης την πλημμύρισε. Έβαλε τα κλάματα.

Οι μέρες περνούσαν. Κι εξακολουθούσε να μη μπορεί να γράψει. Καθόταν με τις ώρες πάνω από μια κόλλα χαρτί. Εφάρμοζε όποια μέθοδο δημιουργικής γραφής είχε ακούσει. Κι όταν νύχτωνε, με τη σελίδα ακόμα λευκή, καθόταν στην παλιά γραφομηχανή και πληκτρολογούσε ασυναρτησίες. Τυχαία γράμματα, μέχρι να νοιώσει καλύτερα. Φυλούσε ευλαβικά τη "δουλειά" της στο πρώτο συρτάρι και έπεφτε εξαντλημένη για ύπνο.

«Σα μαϊμού μπροστά σε γραφομηχανή», γέλασε ο Νίκος όταν του διηγήθηκε το πρόβλημά της. Τον κοίταξε εκνευρισμένη. Είχε κάνει μεγάλη προσπάθεια για να βγει από το σπίτι. Για να αφήσει έστω και για λίγο το στυλό. Ίσως ένα διάλειμμα τη βοηθούσε να ξεμπλοκάρει. «Δε σε κοροϊδεύω», γέλασε πάλι αυτός. «Υπάρχει ένα θεώρημα που περιγράφει τέλεια την κατάστασή σου. Αν μπορούσαμε λέει να αφήσουμε έναν απεριόριστο αριθμό μαϊμούδων μπροστά σε ισάριθμες γραφομηχανές, τότε κάποια στιγμή είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα έγραφαν τα άπαντα του Σαίξπηρ». Τον κοίταξε με δυσπιστία.

«Η πιθανότητα μια μαϊμού να γράψει μια συγκεκριμένη λέξη είναι πολύ μικρή, πόσο μάλλον ένα ολόκληρο κείμενο. Δεν είναι όμως μηδενική και άρα μπορεί να συμβεί. Αν τώρα αυξήσουμε τις μαϊμούδες; Αν πάρουμε χίλιες μαϊμούδες; Ένα εκατομμύριο; Άπειρες; Όσο περισσότερες μαϊμούδες έχουμε, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η πιθανότητα μία από αυτές να γράψει τη συγκεκριμένη λέξη. Αν είχαμε και άπειρο χρόνο…». Οι καφέδες είχαν μείνει να ζεσταίνονται στα ποτήρια. Ναι. Ακουγόταν λογικό. Μέσα στις τυχαίες ακολουθίες γραμμάτων, με την παρανοϊκή βεβαιότητα που μόνο τα μαθηματικά μπορούν να προσφέρουν, κάποια στιγμή θα γράφονταν μία μία όλες οι λέξεις του "Άμλετ". Κάποια στιγμή, γράμμα - γράμμα με τη σωστή σειρά, μια μαϊμού θα κατάφερνε να γράψει ξανά το "Όνειρο Θερινής Νυκτός".

Εκείνο το βράδυ είδε στον ύπνο της μαϊμούδες. Εκατοντάδες, χιλιάδες, αμέτρητες μαϊμούδες. Να πληκτρολογούν ασταμάτητα. Χαρτιά γέμιζαν το χώρο. Τυπωμένες κόλλες στοιβάζονταν στο δωμάτιο και τη σκέπαζαν. Πνιγόταν μέσα σε μια θάλασσα από χαρτί. Άρπαξε μια κόλλα από το σωρό. Ασυναρτησίες. Κι όμως, ανάμεσα στις μπερδεμένες συμβολοσειρές άρχισαν να φωσφορίζουν λέξεις. "Οθέλος", "Καπουλέτου", "στρίγγλα"... Κι άλλες λέξεις άρχισαν να φωσφορίζουν στο χαρτί. Σε όλα τα χαρτιά γύρω της.
Ξύπνησε ιδρωμένη. Ήταν ανόητο. Αλλά έπρεπε να το κάνει.
Πήγε στο γραφείο της και άνοιξε το συρτάρι. Έψαξε ανάμεσα στα σύμβολα που γέμιζαν τις σελίδες. Και όντως, μέσα στις τυχαίες ακολουθίες γραμμάτων κάποιες λέξεις άρχισαν να φωσφορίζουν. Κάποιες λέξεις του Καβάφη: Δρόμος, Ηδονή, Λιμάνι, Κεχριμπάρι, Ταξίδι, Γέρος, Καλοκαίρι.
Πήρε τις σελίδες και γύρισε στο κρεβάτι της. Ίσως ήταν όντως μια μαϊμού μπροστά σε γραφομηχανή. Ίσως όμως κάποια στιγμή και οι δικές της ασυνάρτητες αράδες να έβγαζαν νόημα.
Ίσως ήταν απλά θέμα χρόνου.
Ίσως αν συνέχιζε να βαράει ασταμάτητα τα πλήκτρα να έγραφε κάποτε την Ιθάκη. Ίσως να έφτανε κάποτε στην Ιθάκη...